Kωνσταντίνος Κωστούρος
  • Κατηγορίες





    Links

  • Η Χάνα Άρεντ στο Glee. Το τίμημα της ελευθερίας.

    29.11.2013

    My own dining table - In a holy place.

    Καλλιτέχνης: Ο τύπος που γράφει και το κείμενο εδωνά.
    Όνομα έργου: Το δικό μου τραπέζι, σε χώρο ιερό.
    Υλικά: Εικονοστάσι, λάδι σε καμβά, σκόνη, ηχητική εγκατάσταση.

     

     

    Είναι φορές που νιώθω σαν να έχω βάλει στοίχημα για τον πιο ετερόκλητο τίτλο κειμένου που μπορώ να σκεφτώ.

    Τέλος πάντων, παντού ακούς ότι η ελευθερία έχει τίμημα κι αυτό φαίνεται να είναι αναπόφευκτο. Να σου πω την αλήθεια είναι κάτι που μου φαίνεται αφόρητο. Προφανώς η λέξη ελευθερία έχει πολύ ευρεία έννοια, αλλά το γεγονός ότι ούτε τώρα, στον 21 αιώνα, δεν έχουμε καταφέρει σαν ανθρωπότητα να κατακτήσουμε ούτε το ελάχιστο που η λέξη πρεσβεύει, είναι κάτι που δεν το αντέχω.

    Αυτό, το να πρέπει να παλέψουμε και γι αυτό το ελάχιστο δεν μπορώ να το χωνέψω.

    Το τι συμβαίνει σε καθεστώς ανελευθερίας είναι κάτι που όπως είναι λογικό, έχει εξεταστεί κυρίως από την οδυνηρή πλευρά. Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά. Είναι η πλευρά που σε κρατά ζωντανό τις δύσκολές ώρες.

    Στο Glee παρακολουθούμε την ιστορία μιας σχολικής χορωδίας σε ένα Λύκειο στα μεσιανά της Αμερικής. Εκεί γίνονται πάνω κάτω όλα τα κλισέ που βρίσκεις σε μια αμερικάνικη οικογενειακή κωμωδία. Απλά θα έλεγα ότι αυτή είναι πιο τολμηρή, γιατί ασχολείται πολύ με θέματα διαφορετικότητας, εθνοτικών διαφορών (στα πλαίσια της πολυπολιτισμικής κοινωνίας των ΗΠΑ) και ομοφυλοφιλίας.

    Κάποια στιγμή ο Κέρτ, ένας ανοιχτά γκέι μαθητής και βασικό μέλος της χορωδίας, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Λύκειο μιας που ενδοσχολική βία που υφίσταται λόγω της ομοφυλοφιλίας του, έχει γίνει αφόρητη. Αναγκάζεται λοιπόν να μετακομίσει σε διπλανό σχολείο όπου η πολιτική ενάντια στις διακρίσεις είναι απόλυτη. Εκεί τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα. Κανείς δεν τον ενοχλεί, εντάσσεται στην αντίστοιχη χορωδία και όλα κυλούν ομαλά.

    Παρόλα αυτά συμβαίνει το εξής παράδοξο. Σε μια συνάντηση του με μια συμμαθήτρια από το παλιό του σχολείο παραδέχεται ότι δεν περνά και τόσο καλά. Προφανώς έχει ηρεμήσει από τις επιθέσεις αλλά νιώθει ένα κενό. Στο καινούριο του σχολείο δεν είναι παρά ένας από το πλήθος. Κανείς δεν αναγνωρίζει την μοναδικότητά του και κυρίως δεν νιώθει αυτήν την ζεστασιά που ένιωθε όταν τον υποστήριζαν οι λίγοι φίλοι του στη χορωδία του παλιού σχολείου. Φίλοι, που ως επί το πλείστον ήταν και αυτοί απαξιωμένοι λόγω της συμμετοχής τους στη χορωδία. Μπορεί λοιπόν να μην ήταν παρά μια παρέα «φλώρων», τουλάχιστον όμως ένιωθαν ότι έχουν κάτι να τους ενώνει και αυτό ήταν που τους έδινε δύναμη να συνεχίζουν. Στο καινούριο σχολείο όμως;

    Η Χάνα Άρεντ είναι αγαπημένη μου. Το βιβλίο της «Το Ολοκληρωτικό Σύστημα» ήταν μια αποκάλυψη. Εκεί η μεγάλη γερμανοεβραία πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος, αναλύει το πως λειτουργεί ένα τέτοιο σύστημα διακυβέρνησης. Αυτό όμως που μου προξένησε ανατριχίλα ήταν η εγγύτητα που παρουσιάζουν οι μέθοδοι αυτών των συστημάτων με αυτές που εφιστάμεθα σήμερα από την προβληματική μας δημοκρατία.

    Τρόμαξα.

    Ψάχνοντας στο You Tube βρήκα αυτήν την παλιά συνέντευξη. Γοητεύτηκα από την μοναδική γλώσσα του σώματος και το όλο στήσιμο της εκπομπής. Άβαφο μαλλί, σταυροπόδι, θρασύτατο τσιγάρο, παλιακή σκηνογραφία με βαριές δερμάτινες πολυθρόνες και καταπληκτικό τηλεοπτικό πλάνο, μόνιμα στην πλάτη του παρουσιαστή. Περίπου στο 53:25 του βίντεο ξαναθυμάται τα παιδικά της χρόνια και λέει κάτι αντίστοιχο με αυτό που έλεγε και ο Κέρτ στο Glee. Όπως λέει, τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας έπασχαν από έλλειψη της αίσθησης του ανήκειν. Αυτό συνέβαινε κυρίως λόγω της διασποράς. Όποιος άνηκε όμως μέσα στην κοινότητα, ένιωθε παράλληλα ένα περίσσευμα ζεστασιάς από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Και αυτό η Άρεντ το θυμάται πολύ καλά. Η ζεστασιά χάθηκε όταν ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ, πιο συγκεκριμένα όταν ιδρύθηκε η Παλαιστίνη όπως λέει.

    Μήπως κάτι χάθηκε και το έχετε μετανιώσει, ρωτά ο παρουσιαστής; Ναι, απαντά εκείνη, κάτι χάθηκε! Πληρώνεις ακριβά για την ελευθερία. Δεν θα το ήθελα διαφορετικά, μου αρέσει να πληρώνω προσθέτει.

    Ο Κέρτ γύρισε τελικά στο παλιό του σχολείο αποφασισμένος να παλέψει, και όπως γίνεται σε κάθε αμερικάνικη ιστορία «που σέβεται τον εαυτό της» το τέλος ήταν καλό.

    Εμένα να σου πω την αλήθεια δεν μου αρέσει. Η ελευθερία έπρεπε αν είναι «δωρεάν».

    Μέχρι τότε όμως ας χαρούμε την ζεστασιά



    Βία.

    22.10.2013

    Via

     

    Όχι άλλη πια,

    την είδα με την άκρη του ματιού μου να ανακατεύει τα σκουπίδια. Τίποτα πρωτότυπο μέχρις εδώ. Τίποτα που να μην το έχω καταπιεί τα τελευταία χρόνια που κοιτάζω γύρω μου. Αυτή τη φορά ήταν μια γριά γυναίκα. Κάποια στιγμή κοιτάζω καλύτερα και βλέπω ότι έχει βρει ένα κουτάκι με μισοτελειωμένο παιδικό γιαούρτι. Βάζει τα ροζιασμένα της δάχτυλα για να αρπάξει ότι υπολείμματα έχουν μείνει. Τα φέρνει στο στόμα τρέμοντας και τα γλύφει ανυπόμονα.

    Ένας περαστικός παππούς της λέει, μην το κάνεις αυτό θα πάθεις κάτι. Εγώ γυρνάω και ψιθυρίζω κάτι σαν, θα πάθει κάτι το στομάχι σας, σταματήστε. Χωρίς να μας κοιτάξει μας λέει (μπουκωμένη από δάχτυλα περισσότερο και από γιαούρτι λιγότερο), δεν πειράζει τέτοιες ώρες…

    Ψάχνομαι, βγάζω ένα πεντάευρω της το δίνω και την παρακαλώ για μια ακόμα φορά να σταματήσει. Με κοιτάζει στα μάτια, μου λέει ευχαριστώ, αλλά εγώ δεν την κοιτάζω.

    Φεύγω τρέχοντας.

    Και τότε δικαιολόγησα την βία από όπου κι αν προέρχεται. Γιατί ήθελα να ασκήσω βία σε όποιον βλέπω στην τηλεόραση και ακούω στο ραδιόφωνο να την καταδικάζει. Γιατί βία σαν κι αυτήν δεν υπάρχει άλλη. Ο αργός θάνατος και ο καθημερινός βιασμός της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν έχουν ταίρι.

    Μετά από ώρα, επιβράδυνα το βήμα μου. Μου πέρασε.

    Θυμήθηκα ότι είναι η ίδια γιαγιά που ζητιανεύει καθημερινά έξω από το σουπερ μάρκετ που ψωνίζω. Συνήθως δεν της δίνω χρήματα, (πιστεύω ότι) δεν έχω.

    Πήγα σπίτι,

    έφαγα.

    Σκέφτηκα να πάω για τρέξιμο. Να γυμναστώ και να χάσω αυτά που έφαγα, αλλά δεν πήγα. Βαρέθηκα.

    Ξαναβγήκα έξω για άλλες δουλειές,

    είδα αυτήν την αφίσα στο δρόμο.

    Δεν δικαιολογώ τη βία,

    θα το συνηθίσω κι αυτό.

    Αυτό, θα συνεχιστεί.

     

     



    Mr. Blue

    23.08.2013

     

    Την Δευτέρα βρέθηκα με τον πατέρα και τον αδελφό μου σε ένα ιδιότυπο «male bonding». Η τύχη το έφερε για πρώτη φορά και μετά από δεν ξέρω κι εγώ πόσους αιώνες να συνυπάρξουμε στην ίδια πόλη, χωρίς τα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών μας. Πήγαμε σε μια καφετέρια στο Πασαλιμάνι να δούμε παιχνίδι του Ολυμπιακού.

    Είχα να νιώσω έτσι από τότε που ήμασταν στο σχολείο και με τον αδελφό μου παρακολουθούσαμε αγώνες, στον καναπέ του σαλονιού.

    Θυμάμαι πως η αριστερή πλευρά του καναπέ ήταν η πιο βολική, μιας που εκεί είχες την τηλεόραση ακριβώς απέναντι. Φυσικά, αν έδειχνε ματς, το να κάτσεις εκεί ήταν λάθος. Μικρέ (μου έλεγε ο πατέρας μου) κάνε πιο κει, αυτή είναι η θέση μου. Εκνευριζόμουν αφόρητα αλλά δεν μπορούσα παρά να υπακούσω. Με μια κουβέντα μεταφερόμουν στην χειρότερη θέση του σαλονιού.

    Προχθές έφτασα αργά, οι καλές θέσεις ήταν ήδη πιασμένες. Έτσι κι αλλιώς δεν μιλήσαμε για θέσεις. Δεν μιλήσαμε ούτε για προβλήματα, ούτε γι΄αυτά που μας χωρίζουν και μας κάνουν να κοιταζόμαστε με καχυποψία τις δύσκολες ώρες. Μετά από ένα φευγαλέο, «πως είναι τα παιδιά;» είπαμε μόνο για μπάλα και λοιπές σαχλαμάρες.

    Δεν ξέρω πως ακριβώς «λειτουργούν» οι γυναίκες αλλά έχω την άποψη ότι για την συντριπτική πλειοψηφία των αντρών η ελαφρότητα είναι ένα απαραίτητο «αξεσουάρ». Ίσως απλά την έχουμε ανάγκη, χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Συχνά όμως τη φοράμε όποτε δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τα σοβαρά. Φυσικά δεν είναι λύση, αλλά είναι λύτρωση, έστω στιγμιαία.

    Γύρισα σπίτι χαρούμενος με τη συνοδεία μιας ελαφριάς μελαγχολίας στο στόμα. Είπαμε, δεν είναι λύση, αλλά είναι λύτρωση.

    Έστω στιγμιαία.

     



    Οι Pet Shop Boys δεν χρειάζεται να μιλούν για την κρίση. Εσύ; Εγώ;

    23.07.2013

    Pet Shop Boys - Battleship Potemkin

     

    Ρίξε μια ματιά σε αυτήν την συνέντευξη του Νιλ Τέναντ των Pet Shop Boys στην Lifo. Είναι περιεκτική, ευχάριστη και ένα απόσπασμα της νομίζω ότι δίνει αρκετή τροφή για κουβέντα.

    Παραθέτω:

    – Για την κρίση στην Ελλάδα τι ακριβώς ξέρετε;
    – «Ξέρω ότι παραείναι πολύπλοκη για ‘μενα. Δεν θα ήθελα να σας στείλω κάποιο σχετικό μήνυμα. Αφήνω αυτή τη δουλειά στους πολιτικούς.»
    – Οι Έλληνες καλλιτέχνες μιλούν συνεχώς γι’αυτήν. Σαν να είναι υποχρεωμένοι.
    – “Οι Βρετανοί δεν το κάνουν. Δεν νιώθουν τέτοιες υποχρεώσεις”.

    Η στάση των περισσότερων Άγγλων και Αμερικάνων καλλιτεχνών είναι συνήθως έτσι. Σταθερά αποφεύγουν κρίσεις επί του «άμεσα πολιτικού». Ακούγεται αφόρητα κλισέ, αλλά νομίζω ότι είναι στην ιδιοσυγκρασία τους.

    Αυτό βέβαια, δεν είναι πάντα αθώο. Σπανιότατα στην μουσική, αλλά πολύ συχνά στα εικαστικά, είναι μέρος του «παιχνιδιού», μιας που το «άμεσα πολιτικό», είναι αυτό που αναδεικνύει αξίες. Οι ίδιοι οι κρατικοί πολιτισμικοί φορείς, οι πολιτικοί με τις επιλογές τους και οι μεγάλοι επιχειρηματίες – συλλέκτες, είναι αυτοί που επιβάλλουν με τον τρόπο τους το «τι είναι και τι δεν είναι» στην κοινωνία. Το να μένεις λοιπόν απέξω, καμιά φορά, όχι μόνο σε προφυλάσσει αλλά ουσιαστικά συνδιαμορφώνει πολιτική.

    Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τους Pet Shop Boys. Μπορεί ο Νιλ Τέναντ να μην θέλει να μιλάει για την κρίση, αλλά έχει την άνεση να το κάνει, έκτος των άλλων γιατί το πολιτικό είναι «μέσα» στο ίδιο το μουσικό τους έργο. Δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια.

    Έχουν γίνει πολλές αναλύσεις για το συγκρότημα. Για το μουσικό τους ύφος, την αγάπη τους για την αβανγκάρντ ή γενικά την οπτική και μουσική κουλτούρα που μεταφέρουν. Στην δουλειά τους δεν θα δεις βέβαια περιγραφικές αναφορές για το άμεσα πολιτικό (με την μορφή δηλαδή του σχολιασμού της καθημερινής πολιτικής κατάστασης) αλλά θα δεις το πολιτικό με την έννοια της επαφής και της κριτικής της διαμορφούμενης καθημερινής κουλτούρας. Είναι αυτοί που με όχημα την ποπ εικόνα, όχι μόνο ανέδειξαν αισθητικές με πολιτικό πρόσημο, αλλά έστω μέσω της ελαφρότητας (που εγγενώς η ποπ έχει), έδειξαν ότι προβληματίζονται για το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο της εποχής τους. Τουλάχιστον έτσι το έχω εκλάβει εγώ.

    Το κυριότερο πάντως είναι ότι, πήραν μέρος στο πολιτικό με τον καλύτερο τρόπο που το μέσο τους (η τέχνη δηλαδή) μπορεί να τους προσφέρει. Ανέδειξαν τους όποιους προβληματισμούς τους, όχι μέσα από την σαφή κατονομασία τους, όχι μέσα από συνεντεύξεις ή συγκεκριμένες προτροπές, αλλά φιλτράροντας ότι έχουν να πουν, μέσω των ίδιων των εργαλείων που χρησιμοποιούν. Μέσα από τον ήχο και την εικόνα.

    Το γεγονός ότι οι Έλληνες καλλιτέχνες μιλούν συνεχώς για την κρίση, σαν να είναι υποχρεωμένοι, είναι πράγματι μια σωστή παρατήρηση από μέρους της κας. Κουστένη (της συντάκτριας του παραπάνω άρθρου). Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

    Το καλό σενάριο λέει ότι είμαστε πιο εξωστρεφείς από τους βρετανούς συναδέλφους μας ή ότι δεν φοβόμαστε τις δεσμεύσεις που λέγαμε παραπάνω. Πιστεύω όμως ότι είναι και κάτι άλλο. Ίσως δεν είναι καν το γεγονός ότι οι περισσότεροι πέφτουν στην γελοία παγίδα των ΜΜΕ που απαιτεί από τους καλλιτέχνες να έχουν γνώμη για τα πάντα λες και ο καλλιτέχνης πρέπει εκτός από το να επικοινωνεί με το έργο του, να «εξηγεί» τα πάντα στους πάντες.

    Υπάρχει η στρατευμένη πολιτική τέχνη που σκοπό της έχει την μεταφορά του πολιτικού μηνύματος ή έστω την καλλιτεχνική μετουσίωση της αγωνίας ενός λαού. Σε αυτήν την περίπτωση, το έργο έχει τον κύριο ρόλο και οι όποιες δηλώσεις λειτουργούν συμπληρωματικά. Δεν νομίζω ότι οι Έλληνες καλλιτέχνες που μιλούν για την κρίση εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία. Φοβάμαι ότι έχει να κάνει με την ανάγκη τους να εξηγήσουν αυτό που με το έργο τους αποτυγχάνουν να πουν ή που έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει εκεί. Υποθέτω ότι από όσους κάνουν δηλώσεις για την κρίση δεν διατείνεται κανείς ότι παράγει πολιτική ή στρατευμένη τέχνη. Ότι βλέπαμε τις τελευταίες δεκαετίες δεν ήταν παρά μια παρατεταμένη ακολουθία της mainstream πολιτικής ή πολιτιστικής ταυτότητας της κάθε εποχής ή ακόμα χειρότερα η light καταδίκη της, μέσα πάντα από τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς και πλαίσια. Η καλλιτεχνική δημιουργία, ακόμα και όταν είχε πολιτική χροιά, δεν ήταν παρά το συμπλήρωμα ή το άλλοθι της εκάστοτε κυρίαρχης αφήγησης.

    Αν λοιπόν αυτό ήταν ως επί το πλείστον το παρελθόν, το παρόν δεν μπορεί παρά να είναι μόνο λόγια. Είναι πολλά βλέπεις τα πράγματα που πρέπει να εξηγηθούν.

    Υ.Γ.

    Και εκεί που τελείωνα αυτές τις γραμμές με σκοπό να εκφράσω κάτι που με ενοχλεί στους «άλλους», διαπιστώνω ότι όλα αυτά πολύ εύκολα μπορεί να αφορούν κι εμένα. Μάλλον πρέπει να το ξαναδώ.

     



    Οι Sigur Ros στο MoMa ως αντίδοτο

    15.07.2013

    Sigur Ros - Valtari

     

    Σκέφτομαι ότι πολλές φορές έχουμε παγιωμένη άποψη για το τι αρέσει στα παιδιά. Πολλές φορές τους ψωνίζουμε πράγματα που έχουν φτιαχτεί απλά για να τους γοητεύουν, που ουσιαστικά απευθύνονται στα πιο ευτελή αντανακλαστικά τους. Ακόμα και όταν παίρνουμε βιβλία, μουσικές ή τα πάμε στο θέατρο, ουσιαστικά, τους αγοράζουμε «γαριδάκια για το μυαλό». Αυτό φυσικά είναι αδύνατον να αποφευχθεί πλήρως. Συνήθως τα «γαριδάκια» είναι αυτά που κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα. Πρακτικά δεν μπορείς να κάνεις πολλά, ίσως μόνο κάποια πειράματα.

    Κάτι ανάλογο έκανα τις προάλλες. Βρήκα ένα καταπληκτικό άκουσμα (και θέαμα παράλληλα) προκειμένου να πείσω την μικρή μας να φάει την απογευματινή της κρέμα. Οι Sigur Ros ζωντανά στο MoΜΑ!

    Αν δεν έχεις ακούσει ποτέ Sigur Ros είναι φαντάσου κάτι σαν, ένα συγκρότημα που απαρτίζεται από τα ξωτικά της Τιτάνια και έχει για τραγουδιστή τον Πουκ. Φαντάσου τους να πλέουν πάνω σε ένα θορυβώδες ψαράδικο που προσεγγίζει τις παγωμένες ακτές της Ισλανδίας και να παίζουν μια διασκευή του κονσέρτου των Pink Floyd στην Πομπηία.

    Κάτι το μεταλλόφωνο, κάτι η φωνή του τραγουδιστή, κάτι η ορχήστρα πνευστών που κάνει κάποια στιγμή την εμφάνιση της, η μικρή ενθουσιάστηκε. Εγώ πάλι έκανα και μια δεύτερη ανάγνωση. Εντυπωσιάστηκα για μια ακόμα φορά με την εμμονή των σύγχρονων κοινωνιών για το «ιδιαίτερο» και το «σύγχρονο».

    Το βίντεο της συναυλίας, έχει δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο έχει να κάνει με το «σύγχρονο».  Θα δεις ότι κάθε τρεις και λίγο, στην οθόνη, εμφανίζεται η λέξη “current” («σύγχρονο» – «τωρινό» αλλά και «ρεύμα» αν χρησιμοποιηθεί ως ουσιαστικό) και ένας κέρσορας που αναβοσβήνει. “Current TV”, είναι το όνομα του καναλιού που έχει κάνει την βιντεοσκόπηση, προφανώς αυτό είναι το σήμα του καναλιού.

    Το δεύτερο έχει να κάνει με το «ιδιαίτερο». Πριν αρχίσει η συναυλία, ακούμε ένα μέλος του συγκροτήματος να μιλάει.  Υποθέτω έχει προηγηθεί μια ερώτηση του τύπου «τι το ιδιαίτερο έχει να παίζει κανείς στο Moma». Εκεί ο μουσικός απαντά ότι ουσιαστικά δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο. Το αστείο είναι ότι από ότι έχω καταλάβει, οι Sigur Ros δεν είναι ακριβώς μέρος αυτής της πρεμούρας που κάνει τους θιασώτες της «ανάπτυξης» να παραληρούν με το καινούριο.

    Αυτό φαίνεται αν δεις και ένα άλλο βίντεο. Ένα ντοκιμαντέρ του συγκροτήματος με την ονομασία “Heima”. Σε αυτό δείχνει τους Sigur Ros να επιστρέφουν μετά από μια παγκόσμια περιοδεία στη χώρα τους την Ισλανδία, για μια σειρά δωρεάν συναυλιών τόσο στην πρωτεύουσα όσο και σε απομακρυσμένα χωριά.

    Εκεί, το καλοκαίρι του 2006 (λίγο πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση που έφερε τα πάνω κάτω στη χώρα το 2008) βλέπεις τα μέλη του συγκροτήματος να λένε πόσο χαρούμενα ήταν που γύρισαν όλο τον κόσμο και ακόμα πιο χαρούμενα, που τελικά γύριζαν στον τόπο τους. Αυτό που ανέφεραν ως το βασικό στοιχείο που τους γοητεύει στην Ισλανδία είναι ο «χώρος». Η παγωμένη απεραντοσύνη που απολαμβάνουν οι λιγοστοί κάτοικοι αυτού του νησιού που βρίσκεται στην άκρη του κόσμου.

    Αυτό που δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι Sigur Ros είναι ακριβώς αυτή η ζέση για ανάπτυξη και αλλαγή. Όπως έλεγαν στο βίντεο, η χώρα το 2006 ήταν χωρισμένη σε δυο στρατόπεδα, αυτούς που ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν περίπου όπως ζούσαν πάντα, σεβόμενοι την  φυσιογνωμία του τόπου και τους άλλους που ήθελαν «ανάπτυξη».

    Τώρα πια ξέρουμε, δεν χρειάστηκε ποτέ να απαντήσουν οι Ισλανδοί στο δίλημμα. Η ζωή απάντησε γι΄αυτούς. Το 2008 η κρίση έπληξε την χώρα και από χρηματοπιστωτικό Ελντοράντο τους ξαναέκανε ψαράδες. Το μοντέλο που φέρει την αξία της συνεχούς ιδιαιτερότητας και της προσήλωσης στο τώρα, πέθανε βίαια.

    Ξέρεις, το μοντέλο του MoMa, γι΄αυτούς που το ζουν σαν γηγενείς εκεί, στο κέντρο του «νέου», του «ιδιαιτέρου», του «τωρινού», δεν είναι απαραίτητα κακό. Κακό είναι ότι για να ζήσει θέλει συνεχώς να επεκτείνεται, να «τρώει» οτιδήποτε το διαφορετικό ή στην καλύτερη περίπτωση να το προσαρμόζει στα μέτρα του.

    Για να επιτύχει όμως αυτό το μοντέλο, το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι ακόμα και οι ενήλικες να καταναλώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα «γαριδάκια για το μυαλό». Λέξεις και έννοιες μεγάλες, όμορφές και καθολικής αποδοχής, σαν αυτές που αναφέρονται παραπάνω.

    Ας μην τους αφήσουμε.



    Η φάρμα των ζώων

    27.05.2013

    The animal Farm

    Ούτε που θυμάμαι πότε είχα διαβάσει για πρώτη φορά τη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ. Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό, καθώς και το 1984 επανέρχονται κάθε τρεις και λίγο με τόσο κοινότυπο τρόπο στην δημόσια συζήτηση, που νιώθεις ότι δεν χρειάζεται να τα διαβάσεις καν. Αποτελούν απλά μέρος του τοπίου.

    Πριν λίγες μέρες αγοράσαμε με τη μεγάλη κόρη το CD της ομώνυμης παιδικής παράστασης του Δημήτρη Αδάμη. Τώρα, έχω αρχίσει να της διαβάσω το πρωτότυπο.

    Φυσικά οι έννοιες επανάσταση, αντεπανάσταση, οργανωμένη κτηνοτροφία, χρηματικές συναλλαγές και τα λοιπά, είναι δυσνόητες για μια τετράχρονη, αλλά το σημαντικότερο δεν είναι αυτό.

    Είναι ότι στα μάτια της βλέπω ότι είναι δύσκολο να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος, το ψέμα από την αλήθεια, το δίκαιο από το άδικο. Στα λόγια και τις πράξεις του Ναπολέοντα, του «σταλινίσκου» αρχηγού της φάρμας, πάντα θα βρεις ψήγματα μιας «ιδιότυπης λογικής». Όσο πιο πολύ δικαιολογείς τις καταστάσεις, όσο πιο μέσα μπαίνεις στο πλαστό, τόσο πιο δύσκολο είναι να βγεις. Χρειάζεσαι μια σφαλιάρα, κάτι που θα σε βγάλει από τον κατασκευασμένο μικρόκοσμο και θα σε κάνει να δεις τη μεγάλη εικόνα. Κι αυτό δεν είναι δύσκολο μόνο για τα παιδιά.

    Ίσως θα ξέρεις ότι ο Όργουελ αυτοχαρακτηριζόταν ως αναρχικός, ταγμένος σε έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό. Η Φάρμα των Ζώων είναι η κριτική του απέναντι στον Σταλινισμό. Η οργή του για την κατάντια μιας δίκαιης επανάστασης. Η απέχθεια του για τον απολυταρχισμό και φυσικά την προπαγάνδα που είναι απαραίτητη για την επιβίωση του κακού.

    Όλα αυτά όμως, είναι παρελθόν. Ο αυταρχικός Ναπολέων, ο ιδεαλιστής Χιονόμπαλος, ο λαοπλάνος Φωνακλάς και ο αγαθός Μπόξερ, δεν υπάρχουν πια. Είναι πια μόνο μελάνι σε χαρτί. Τραγικές φιγούρες αποτυπωμένες σε αυτή την «ελαφρώς αρχαία» έκδοση του έργου από την δεκαετία του 70.

    Ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας τους:

    «- Σύντροφοι, είπε, πιστεύω πως το κάθε ζώο εδώ εκτιμά απόλυτα τη θυσία του συντρόφου Ναπολέοντα, όταν θέλησε να πάρει πάνω του και αυτή την έξτρα δουλειά. Δεν πιστεύω να φανταζόσαστε, σύντροφοι ότι η ηγεσία είναι μια ευχαρίστηση! Το αντίθετο, είναι μια μεγάλη και βαριά ευθύνη. Κανένας δεν πιστεύει πιο σταθερά απ το σύντροφο Ναπολέοντα ότι όλα τα ζώα είναι ίσα. Θα ήταν πάρα πολύ ευτυχισμένος αν σας άφηνε να παίρνετε εσείς τις αποφάσεις πάνω στο κάθε πρόβλημα. Αλλά καμιά φορά, σύντροφοι, παίρνουμε λανθασμένες αποφάσεις, και τότε τι γίνεται;  Ας υποθέσουμε πως θα ψηφίζατε αυτό το τρελό σχέδιο του Χιονόμπαλου, περί ανεμόμυλων και τα παρόμοια, – του Χιονόμπαλου, που όπως ξέρουμε τώρα, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από ένας κοινός εγκληματίας.

    – Ναι, αλλά πολέμησε πολύ γενναία στη Μάχη της Γελαδαυλής, είπε κάποιος.

    – Η γενναιότητα δεν είν΄ αρκετή, είπε ο Φωνακλάς. Η νομιμοφροσύνη κι η υπακοή είναι κάτι πιο σημαντικό. Κι όσο για τη Μάχη της Γελαδαυγής πιστεύω πως θα΄ ρθει η εποχή που θα ανακαλύψουμε πως είχαμε υπερβάλλει τα σχετικά με το ρόλο του Χιονόμπαλου. Πειθαρχία, σύντροφοι, σιδερένια πειθαρχία! Αυτό είναι το σύνθημα της ημέρας. Ένα λαθεμένο βήμα, κι οι εχθροί μας θα πέσουν πάνω μας. Σίγουρα σύντροφοι, δε θα θέλετε να ξαναγυρίσει εδώ ο Τζόουνς, έτσι δεν είναι;

    Για άλλη μια φορά τούτο το επιχείρημα στάθηκε ακλόνητο. Βέβαια τα ζώα δεν ήθελαν να ξαναγυρίσει ο Τζόουνς, αν η εξακολούθηση των συζητήσεων της Κυριακής μπορούσε να τον φέρει πίσω, τότε οι συζητήσεις καλά θα’ κάναν να σταματήσουν. Ο Μπόξερ που είχε τώρα όλο τον καιρό να συλλογιστεί τα πράγματα, διατύπωσε το γενικό συναίσθημα, λέγοντας: «Αφού το λέει ο σύντροφος Ναπολέων, έτσι θα πρέπει να΄ναι». Κι από τη στιγμή αυτή υιοθέτησε το απόφθεγμα: «Ο Ναπολέων έχει πάντα δίκαιο», παράλληλα με το προσωπικό του σύνθημα: «Θα δουλέψω πιο σκληρά».

    ………

    Τώρα πια δεν κάθουνταν εκεί όλοι μαζί όπως έκαναν στο παρελθόν. Ο Ναπολέων με το Φωνακλά και μ΄ εν΄ άλλο γουρούνι, που λεγόταν Μικρούτσικος και που είχε ένα σημαντικό ταλέντο στο να συνθέτει τραγούδια και ποιήματα, κάθουνταν μπρος στην υπερυψωμένη πλατφόρμα, με τα εννιά νέα σκυλιά να σχηματίζουν ημικύκλιο γύρω τους, και με τ΄ άλλα γουρούνια να κάθουνται πιο πίσω.

    ………

    Υπήρχαν φορές που τους φαινόταν πως δούλευαν περισσότερο κι έτρωγαν πιο λίγο απ΄ο,τι στον καιρό του Τζόουνς. Τα πρωινά της Κυριακής, ο Φωνακλάς κρατώντας ένα μακρύ φύλλο χαρτιού στο μπροστινό του ποδάρι τους διάβαζε καταλόγους με αριθμούς που είχαν σκοπό ν’ αποδείξουν ότι η παραγωγή κάθε είδους τροφίμων είχε αυξηθεί κατά 200, 300 ή και 500 στα εκατό, ανάλογα με την περίπτωση.»

    Η ιδιότυπη λογική μου δοκιμάζεται.



    Το αναπόδραστο του «ελληνικού φολκλόρ».

    28.03.2013

    Αν είσαι συνδεδεμένος με κάποιο κοινωνικό δίκτυο τύπου Facebook ή Twitter πιθανότατα θα είχες δει την φουρτούνα που είχε ξεσπάσει στις εν λόγω «μπανιέρες», για το νέο τραγούδι του Nick Cave. Δεν πρόκειται να συνεχίσω αυτή την κουβέντα, αλλά για την περίπτωση που δεν ξέρεις τίποτα θα στα πω συνοπτικά.

    Ο γνωστός στους περισσότερους από εμάς τραγουδοποιός, έβγαλε ένα καινούριο CD και μάλιστα κατά τη γνώμη μου πολύ καλό. Στην Deluxe έκδοση υπάρχουν δύο ακόμα τραγούδια, ένα εκ των οποίων είναι και το Lightning Bolts. Σε αυτό αναφέρεται στην Ελλάδα της κρίσης, το έλλειμμα δημοκρατίας και την αστυνομική βία. Ο χαμός που έλεγα παραπάνω είχε να κάνει με το αν το τραγούδι είναι καλό ή όχι, αν ο Cave είναι «λαϊκιστής», αν έχει ειλικρινές ενδιαφέρον για την χώρα ή απλά προσπαθεί να μας πουλήσει περισσότερα CD. Η κουβέντα αυτή μου φαίνεται αφόρητα βαρετή αλλά ο τρόπος που ο ίδιος ο καλλιτέχνης διαχειρίζεται το θέμα, μας δείχνει κάποια πολύ ενδιαφέροντα πράγματα και δύναται να μας βάλει να αναστοχαστούμε για τον τρόπο που εμείς παράγουμε και αντιλαμβανόμαστε την τέχνη. Στο τραγούδι λοιπόν, θα ακούσεις στίχους του τύπου: «Δύο κεραυνοί έφτασαν στο δωμάτιο μου, ήταν δώρο του Δία» και άλλα παρόμοια.

    Ένα από τα θέματα που απασχολούσε πάντα τους εγχώριους καλλιτέχνες, τουλάχιστον από τον 20ο αιώνα και μετά, είναι το θέμα της ελληνικότητας. Δηλαδή (όπως εγώ τουλάχιστον καταλαβαίνω) το πώς θα παράγουμε τέχνη η οποία να είναι σύγχρονη αλλά ταυτόχρονα να «πατάει» και στην παράδοση του τόπου μας. Από τη γενιά του 30 μέχρι και σήμερα, αυτή η «μίξη» είναι για πολλούς από εμάς το ζητούμενο.

    Αυτή η προσπάθεια, λόγω της δυσκολίας που ενέχει, παράγει συχνά ευτράπελα αποτελέσματα. Έχει βγάλει από «μοντερνιστικά τσολιαδάκια» έως και «αρχαιοπρεπή αναπαραστατική ζωγραφική».

    Η συνηθισμένη όμως κατηγορία απέναντι σε αυτόν τον συγκερασμό, είναι ότι εν γένει το όλο εγχείρημα είναι προβληματικό και ότι το καλύτερο θα ήταν να προσπαθήσουμε να παράγουμε τέχνη απαλλαγμένοι από το «αβάσταχτο βάρος του παρελθόντος». Το πρόβλημα όπως λέγεται είναι ότι ο αρχαίος μας πολιτισμός είναι τόσο ισχυρός στην συνείδηση του κόσμου, που η όποια προσπάθεια να αντλήσουμε από εκεί μας οδηγεί αναπόδραστα στο «τουριστικό φολκλόρ». Εν ολίγοις το θέμα είναι ότι «οι σύγχρονοι καλλιτέχνες, μουδιασμένοι από το βάρος, δεν παράγουν τίποτα ουσιαστικά καινούριο και αυτό μας καθιστά αναπόφευκτα εσωστρεφείς».

    Τα τελευταία χρόνια όμως ήλθε μια μεγάλη αλλαγή. Η Ελλάδα είναι πάλι στο προσκήνιο, παράγει επιτέλους κάτι καινούριο! Μπορεί αυτό να μην είναι η τέχνη, είναι όμως πολιτική. Λόγω της κρίσης είμαστε πάλι στην πρώτη σελίδα. Αυτό που συμβαίνει εδώ (όπως λένε οι υπόλοιποι εταίροι μας) είναι «μοναδικό» και δεν έχει να κάνει με το «ένδοξο παρελθόν» μας. Προφανώς υπάρχουν και άλλες χώρες που έχουν χρεοκοπήσει ξανά στο παρελθόν, αλλά η παρούσα κρίση προσλαμβάνεται από όλους ως κάτι «το ιδιαίτερο».

    Δεν είναι μυστικό ότι, πολιτική και τέχνη μοιράζονται τουλάχιστον ένα κοινό (όταν δεν αλληλεπιδρούν απροκάλυπτα). Προκειμένου ο φορέας τους (πολιτικός, δημοσιογράφος, ζωγράφος, λογοτέχνης κ.τ.λ.) να μπορέσει να επικοινωνήσει με το κοινό, συχνά καταφεύγει στο συμβολικό, στις παραπομπές, σε αυτό που ήδη υπάρχει στο υποσυνείδητο. Το Lightning Bolts είναι ένα καλό τέτοιο παράδειγμα, συνδέει πολιτική και τέχνη.

    Ασχέτως με το τη τέχνη κάνουμε εμείς εδώ, το ερώτημα που έχει κανείς μετά την πρώτη ακρόαση είναι, αν μπορούν οι ξένοι να συνδέσουν στο μυαλό τους οτιδήποτε το ελληνικό (όσο καινούριο και να είναι αυτό) μακριά από το δεδομένο παρελθόν μας.

    Δεν είναι όμως μόνο αυτό το τραγούδι, κοίτα τα πρωτοσέλιδα των ξένων περιοδικών και των εφημερίδων που μιλούν για «ελληνική τραγωδία». Ακόμα και όταν εμείς παράγουμε κάτι καινούριο, κάτι που δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν μας, είναι αδύνατον να προσληφθεί από τους άλλους δίχως τη «βοήθεια» του παρελθόντος που θέλουμε να ξορκίσουμε.

    Είναι αστείο να σκεφτεί κανείς ότι αν εμείς εδώ κάναμε τέχνη σαν κι αυτήν, αν πολιτικολογούσαμε με τέτοιο τρόπο, χρησιμοποιώντας τέτοιες ξεκάθαρες παραπομπές και τέτοια κλισέ, όπως η Ακρόπολη ή ο Δίας, η θέση των «προϊόντων» μας θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση, στους πάγκους στο Μοναστηράκι.

    Έχω την εντύπωση πως το όλο εγχείρημα της αποτίναξης του παρελθόντος προκειμένου να συνομιλήσουμε με νέους όρους με το διεθνές (αλλά ίσως και με τον εαυτό μας) δεν έχει νόημα. Ακόμα και αν εμείς τα καταφέρουμε οι άλλοι πάντα θα μας εκλαμβάνουν και θα μας συγκρίνουν με αυτό που ήδη ξέρουν. Το θέμα είναι αν εμείς (και) μέσα από αυτό, μπορούμε να σταθούμε στο ύψος της σύγκρισης. Όχι να το αποφύγουμε αλλά να έχουμε συνείδηση ότι κάθε πινελιά, κάθε λέξη, κάθε νότα θα συγκριθεί με αυτό το παρελθόν, με αυτό το «υψηλό». Για μένα πάντως αυτό δεν λέγετε βάρος, αλλά συνείδηση της ταυτότητας.

    Όταν είμαι μόνος και προσπαθώ να ζωγραφίσω αλλά και όταν βλέπω τέχνη, είμαι έτοιμος να δικαιολογήσω την κάθε αποτυχία σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια. Δεν είναι εύκολο και η αποτυχία είναι το σύνηθες. Αυτό που δεν δικαιολογώ είναι η αποφυγή. Όταν το έργο δεν κάνει καν προσπάθεια.

    Προφανώς υπάρχει και άλλος δρόμος, η «περιοδεύουσα σύγχρονη διεθνής σκηνή τέχνης» ας πούμε. Η Pop κουλτούρα γενικά, είτε είναι μαζική είτε «εναλλακτική».

    Αλλά ως γνωστόν, με «Pop» δεν βάφεις αυγά.



    Καμηλιέρηδες και μοναχοί, οι παρίες της σύγχρονης αντίληψης των πραγμάτων.

    08.03.2013

    Ταξιδιωτική εξτραβαγκάντζα για όσους βαρέθηκαν την Oxford Street

    Ταξιδιωτική εξτραβαγκάντζα για όσους βαρέθηκαν την Oxford Street

     

    Θέλω να σου μεταφέρω δύο καταπληκτικούς διάλογους που άκουσα.

    Ο πρώτος ήταν σε μια ταξιδιωτική εκπομπή στην τηλεόραση, συγκεκριμένα έδειχνε ένα ρεπορτάζ για το παζάρι καμηλών της Πούσκαρ στην Ινδία.

    Όπως θα δεις και σε αυτό το άρθρο στο Βήμα, «Κατά τα τελευταία 1.000 χρόνια, στην πανσέληνο του Νοεμβρίου, η κοιμισμένη Πούσκαρ, μία πόλη στην άκρη της ερήμου της Ινδίας, προσελκύει περίπου 20.000 άτομα και διπλάσιες καμήλες για το Παζάρι των Καμήλων, ένα εκπληκτικό θέαμα με θρησκευτικό και κοινωνικό ενδιαφέρον.»

    Εκεί λοιπόν ο «έθνικ» ρεπόρτερ σταματά έναν αγοραστή και τον ρωτά, «μόλις αγοράσατε μια καμήλα. Γιατί την επιλέξατε; Τι το ιδιαίτερο είχε η συγκεκριμένη καμήλα;».

    «Τίποτα» απαντά ο καμηλιέρης. Παγωτό ο ρεπόρτερ…

    Σε λίγο ο δαιμόνιος ερευνητής ξαναπαίρνει μπρος και ρωτάει πιο περιφραστικά, πως και γιατί επέλεξε την συγκεκριμένη καμήλα. Ο Καμηλιέρης απάντησε κάτι σαν, την πήρα γιατί δείχνει υγιής και δυνατή. Τόσο απλά.

    Ο δεύτερος διάλογος  έλαβε χώρα στο Άγιο Όρος και μου τον μετέφερε ένας φίλος.

    Πήγαιναν λέει δύο περιηγητές βόλτα γύρω από μια μονή και κάποια στιγμή βλέπουν έναν μοναχό. Σταματούν και τον ρωτούν, «υπάρχει εδώ γύρω κάτι ιδιαίτερο που πρέπει να δούμε;» Ο μοναχός απαντά, «από εκεί να πάτε είναι πολύ ωραία». Οι περιηγητές επανέρχονται, «μα από εκεί πήγαμε και δεν είχε τίποτα». «Αυτό είναι το ωραίο» λέει ο μοναχός, «ότι δεν έχει τίποτα…».

    Και στις δύο περιπτώσεις, γέλασα πολύ.

    Είναι σχεδόν εμμονική η διάθεση του σύγχρονου ανθρώπου για την μοναδικότητα. Τη λατρεία του ιδιαίτερου και του διαφορετικού. Ο καμηλιέρης της πρώτης ιστορίας όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό δεν έψαχνε ιδιαιτερότητες στη νέα του καμήλα. Ο ρεπόρτερ πάλι, αν είχε να διαλέξει καμήλα, προφανώς θα την επέλεγε μόνο αν είχε αριστεύσει σε κάποιο διαγωνισμό ταχύτητας ή σε κάποιο φεστιβάλ οικονομίας (τη μικρότερη κατανάλωση σανού ανά χιλιόμετρο ίσως;). Ο Ινδός φίλος μας πάντως, έψαχνε μόνο για ένα ζωντανό που να μπορεί να κάνει τη δουλειά για την οποία είναι προορισμένο. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

    Οι περιηγητές του Αγίου Όρους ίσως να έψαχναν για ένα θαυμάσιο φωτογραφικό ενσταντανέ. Το θαύμα όμως είναι το ίδιο το Όρος.

    Θυμάσαι τα ρεπορτάζ στα παλιά lifestyle περιοδικά; «Εξωτικές διακοπές», «Μοναδικοί προορισμοί», «δώρα για αυτούς που τα έχουν όλα» «δέκα τρόποι για να ξεχωρίσεις». Αλλά ακόμα και σήμερα, «εναλλακτικό», «post-alternative» και «πρωτοπορία».

    Προφανώς το τέλος της ιστορίας δεν ήρθε και από ότι ξέρω δεν προβλέπεται να έρθει και ποτέ. Λογικό είναι λοιπόν, να ψάχνουμε συνέχεια για το νέο, το διαφορετικό, το καλύτερο. Μην ξεχνάμε όμως ότι το «καλό» είναι άχρονο και είναι πάντα παρών. Στο χέρι μας είναι να μάθουμε να το αναγνωρίζουμε όπου το βρούμε. Απλά νιώθω ότι συχνά το προσπερνάμε για χάρη του διαφορετικού.



    *Unfollow στο έργο τέχνης;

    01.02.2013

    *Στην αργκό του twitter, unfollow σημαίνει σταματώ να είμαι «φίλος κάποιου» σταματήσω να «ακολουθώ» τις ενημερώσεις του.

     

    Ίσως να έχεις ακούσει για το unfollow. Πρόκειται για ένα μηνιαίο (κυρίως) πολιτικό περιοδικό. Είναι καθαρά μια δημοσιογραφική προσπάθεια χωρίς εκδότες, χωρίς μεγάλους χορηγούς. Στηρίζεται κυρίως στους αναγνώστες που πληρώνουν για να το αγοράσουν. Κάπως σαν, «χωρίς ποτό, χωρίς πάρτι» όπως ήταν το μότο των εκθέσεων που διοργάνωνε μια εποχή ο υπεύθυνος σύνταξης.

    Όπως και να έχει είναι μια αξιόλογη προσπάθεια ανθρώπων που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους, διαχωριζόμενοι από το χυδαίο νταραβέρι πολιτικών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών που ζούμε όσο τουλάχιστον εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου.

    Πέραν όμως του αμιγώς πολιτικού, υπάρχει και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Διαβάζοντας το προηγούμενο τεύχος, στάθηκα ιδιαίτερα σε αυτό το άρθρο του Θεόφιλου Τραμπούλη και της Έφης Γιαννοπούλου. Ερευνά μια «σχέση» που δεν έχει μελετηθεί καθόλου σε βάθος αυτά τα χρόνια. Τη σχέση των «διανοούμενων» με την εκάστοτε πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα ή με πιο απλά λόγια, τι είδους απαντήσεις πρέπει να περιμένουμε όταν ρωτάμε σαν κοινωνία «μα που είναι σήμερα οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου; Γιατί δεν μιλούν;» και ακόμα περισσότερο να ψάξουμε γιατί λένε αυτά που λένε όταν αποφασίσουν να μιλήσουν.

    Δεν θα κρύψω ότι μου άρεσε πολύ, το βρήκα ιδιαίτερα διαφωτιστικό και υποψιάζομαι ότι είναι ένα κείμενο με «κόστος» για τους συντάκτες του. Αλλά τι νόημα θα είχε άλλο ένα περιοδικό που θα τα είχε καλά με όλους;

    Ο λόγος όμως που σκέφτηκα να γράψω αυτές τις γραμμές δεν είναι για «συμπαράσταση στους γράφοντες». Εξάλλου ο διάλογος συμφωνούντων πάντα μου φαινόταν αφόρητα βαρετός. Ο λόγος είναι, μια φράση που μου τράβηξε την προσοχή και που πιστεύω ότι εν πολύς είναι υπεύθυνη για την απόσταση που υπάρχει μεταξύ μέρους της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας και της κοινωνίας.

    Στο τέλος της δεύτερης παραγράφου και στην προσπάθεια των συνταχτών να αποδομήσουν τα κριτήρια με τα οποία «ο ανθός της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας» (κατά Τατσόπουλο) έκανε κριτική στο μυθιστόρημα του Τζον Κούτσι διαβάζουμε:

    “Πρόκειται για μια αδυναμία επαναπλαισίωσης, ένα συστατικό αντιδιανοουμενισμό, που αρνείται στο έργο τέχνης τη δυνατότητα να ορίσει εκείνο τους όρους πρόσληψης και αξιολόγησής του. Υπάρχει μόνο στο βαθμό που μπορεί να είναι επιτυχημένο, ευανάγνωστο από το ευρύτερο δυνατό κοινό, καταξιωμένο από συστήματα πολιτικής, οικονομικής, ηθικής κυριαρχίας.”

    Θα ήθελα να σταθούμε ιδιαίτερα στο «…που αρνείται στο έργο τέχνης τη δυνατότητα να ορίσει εκείνο τους όρους πρόσληψης και αξιολόγησής του.»

    Προφανώς η επεξήγηση που παρατίθεται μετά («υπάρχει μόνο στο βαθμό που μπορεί να είναι επιτυχημένο, ευανάγνωστο από το ευρύτερο δυνατό κοινό, καταξιωμένο από συστήματα πολιτικής, οικονομικής, ηθικής κυριαρχίας») λειαίνει κάπως τις εντυπώσεις, μιας που κανείς σήμερα δεν θα διανοούταν να απορρίψει ένα έργο, μονό και μόνο επειδή λειτουργεί «εκτός μαζικής επιτυχίας» με απλά λόγια επειδή δεν είναι «εμπορικό». Αυτό άλλωστε σαν ιδέα εκτός από «οπισθοδρομική» θα κατέλυε όλη την κουλτούρα από τον μοντερνισμό μέχρι και σήμερα που θέλει το έργο τέχνης πρωτίστως «πρωτοποριακό και καινοτόμο». Βέβαια, το τι καλό φέρει αυτή η κουλτούρα είναι ένα άλλο θέμα συζήτησης. Ας προσπεράσουμε λοιπόν τη δεύτερη επεξηγηματική φράση και ας πάμε στην ευρέως διαδεδομένη στον κόσμο της τέχνης θέση που ενστερνίζονται και οι συντάκτες. Μπορεί ένα έργο τέχνης να ορίζει εκείνο, τους όρους πρόσληψης και αξιολόγησής του;

    Πηγαίνοντας στα εικαστικά, όπου έχω μια μικρή γνώση (σε αντίθεση με τη λογοτεχνία που είμαι σκράπας) και αναγνωρίζοντας την αυθεντία των συνταχτών που είμαι σε θέση να ξέρω ότι είναι σαφώς πιο καταρτισμένοι και στα δυο πεδία από εμένα, θα απαντούσα με μια πρώτη ματιά, ναι. Αυτό εξάλλου έκαναν τα μεγάλα έργα του 20ου αιώνα. Το σιντριβάνι του Duchamp και οι περφόρμανς του Beuys ας πούμε, έθεσαν νέους κανόνες πρόσληψης και αξιολόγησης, αναθεώρησαν γενικότερα το τι είναι τέχνη.

    Αν ψάξουμε όμως σε βάθος υποθέτω ότι θα δούμε ότι οι μεγάλες πρωτοπορίες διαχρονικά δεν «όρισαν» νέους κανόνες. Αυτό που έκαναν (κι ήταν σπουδαίο) ήταν ότι «ανέδειξαν» κανόνες. Κανόνες που οι κοινωνία είχε ανάγκη ή στη χειρότερη περίπτωση απλά «σύρθηκε» προς τα εκεί. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα πρωτοποριακά έργα δεν έχουν εγγραφεί εκτεταμένα στην συλλογική μνήμη (δεν έχουμε παρά να κάνουμε ένα γκάλοπ για το πόσοι ξέρουν τον Duchamp…), έχουν όμως κάνει κάτι σημαντικότερο. Έχουν στρώσει το δρόμο για την επόμενη γενιά τέχνης ή ακόμη καλύτερα έχουν δει «πως» ή «τι» η κοινωνία θα προσλαμβάνει (ή θα την ωθήσουν κάποιοι να προσλαμβάνει) ως τέχνη. Προφανώς τα κουτιά σούπας Cambell είναι επαρκώς διάσημα αλλά αυτό που κάνει τον Warholl μεγάλο είναι ότι μέσω του έργου του είδε και «εικονογράφησε» ότι «στο μέλλον όλοι θα είμαστε διάσημοι για 15 λεπτά». Και όχι μόνο, οι μεγάλες πρωτοπορίες κατάφεραν να αλλάξουν την εικόνα της πραγματικότητας όπως την ζούμε. Την απλή ζωή, τον τρόπο που ντυνόμαστε ή τον τρόπο που λειτουργούμε πηγαίνοντας σε μια διαδήλωση. Αυτό εύκολα μπορεί να το καταλάβει κανείς αν απλά συγκρίνει μια καλλιτεχνική performance με μια ακτιβιστική δράση όπως αυτές που έκανε παλιά η Greenpeace (αλήθεια που χάθηκαν αυτά τα παιδιά;).

    Μπορεί να δείχνει λεπτή η διαφορά αλλά δεν είναι. Αν το έργο τέχνης «ορίζει εκείνο τους όρους πρόσληψης και αξιολόγησής» τότε απλά δεν υπάρχουν κανόνες. Κάθε έργο δεν «απολογείται πουθενά» και είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε a priori και χωρίς αντιρρήσεις την «αυθεντία του». Εξάλλου αν όντως ισχύει αυτό, η όποια κριτική στην λογοτεχνία του «ανθού» είναι άτοπη. Είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε τους όρους που αυτοί βάζουν.

    Κάποιες στιγμές νιώθω ότι σε κάθε κείμενο μου, γράφω τα ίδια…

    Το πρόβλημα είναι ότι στην σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, συνήθως τα δημιουργήματα χωρίζονται χοντρικά σε δύο κατηγορίες. Αυτά που κάθε καλλιτέχνης ή κάθε έργο νιώθει ότι πρέπει να απολογείται μόνο στον εαυτό του και στα άλλα που ο καλλιτέχνης πράττει, όπως πιστεύει ότι το κοινό θέλει από εκείνον να πράξει.

    Κατά τη γνώμη μου, το μεγαλείο έρχεται όταν ο καλλιτέχνης βρει τον τρόπο να ξεπεράσει την πεπατημένη, συναισθανόμενος όμως ότι από την στιγμή που εκτίθεται, οφείλει να συνομιλεί. Με όσους περισσότερους τόσο το καλύτερο, λέω εγώ. Πως θα γίνει αυτό, μη με ρωτάς. Αν υπάρχει πάντως ένας λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι, γιατί και κι εγώ, με μεγάλη αγωνία προσπαθώ να μάθω το πως.



    Η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται (ενώ θα έπρεπε).

    23.01.2013

     

    Τι ωραία που είναι αυτά τα κείμενα αστικής περιήγησης. Με την πόλη που ποτέ δεν κοιμάται, τις «περσόνες» της νύχτας, την κρυφή γοητεία της ελαφριάς παραβατικότητας, τα αυτοκίνητα, το αλκοόλ και τα τσιγάρα. Ένας κόσμος στα πόδια σου. Μπαρ, περίπτερα, καντίνες, νυχτερινά εστιατόρια, η ζωή ποτέ δεν σταματά.

    Τι όμορφος αστικός μύθος για να ζεις. Ειδικά αν είσαι άνθρωπος που επωφελείται από τις υπηρεσίες που προσφέρει η νυχτερινή ζωή.

    Θυμήθηκα αυτό το παλιό άρθρο του Φώτη Γεωργελέ στην Athens Voice όπου περιγράφει πόσο άλλαξε η ζωή προς το καλύτερο όταν το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του το ανάλαβαν δύο φρέσκες δεσποινίδες που το΄χουν ανοικτό όλη μέρα. Βλέπεις, ο παππούς που το είχε πριν το έκλεινε τα Σαββατοκύριακα για να πάει στο εξοχικό του.

    Αυτό βέβαια που παραλείπει να μας πει είναι πως θα γίνουν οι φρέσκες πιτσιρίκες σε είκοσι χρόνια, κλεισμένες όλη μέρα κάθε μέρα στην τρύπα. Θα γίνουν ακριβώς όπως αυτοί που (δεν) περιγράφει πιο κάτω στα μικρά μαγαζάκια των μεγαλουπόλεων. Φαντάσματα του εαυτού τους, με την τηλεόραση ανοικτή όλη μέρα σε ένα βουβό πόνο ακινησίας, πλαδαρότητας και κούρασης. Μεροδούλι μεροφάι στην ατέλειωτη κενότητα της κούτας με τα γαριδάκια.

    Πολύ γοητευτική και η τελευταία συζήτηση περί ωραρίου. Τα μαγαζιά ανοικτά κάθε μέρα όλη μέρα, ανάπτυξη, επιχειρηματικότητα, ανταγωνισμός. Λες και μας περίσσευαν τα χρήματα, αλλά δεν βρίσκαμε χρόνο για να πάμε για ψώνια. Οι ίδιοι που μας λένε ότι «φτάσαμε εδώ που φτάσαμε λόγω της υπερκατανάλωσης» αντί να ενισχύσουν την παραγωγή, διατείνονται ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση θα μας σώσει. Κρύβουν ότι στην παρούσα φάση, εκτός από τα ψιλικατζίδικα κανείς άλλος δεν μπορεί να αντέξει σε κάτι τέτοιο και ότι ο απώτερος σκοπός είναι οι μικρές επιχειρήσεις να κλείσουν για να φτιαχτεί μια απέραντη κοινωνία εξαρτημένης εργασίας και «ελεύθερου ωραρίου στα mall». Ένας ατελείωτος κύκλος δουλειάς, όπου ο μπαμπάς θα δουλεύει πρωί, η μαμά απόγευμα και ο νέος το βράδυ. Όπου το μόνο που θα δένει την οικογένεια είναι η κοινή στέγη και ο ρεφενές για τους λογαριασμούς.

    Ας μην γελιόμαστε. Κοινωνίες σαν την δική μας είναι φτιαγμένες ως επί το πλείστον από τα «κουστούμια» για τα «κουστούμια». Ανθρώπους που είτε δουλεύουν σε γραφείο συγκεκριμένες ώρες ή επιχειρηματίες που κάθε παραπάνω εργατοώρα τους πληρώνεται. Είναι φτιαγμένες και για τους «ερωτευμένους με τη δουλειά τους». Όλοι αυτοί απλά θέλουν την υπόλοιπη κοινωνία παρούσα την ώρα που θα έρθει η ώρα να διασκεδάσουν. Άνθρωποι επαγγελματίες της εργασίας και χομπίστες της ζωής, που απαιτούν και από τους υπόλοιπους να χάσουν τη δική τους ζωή. Αρνούνται να αναγνωρίσουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δουλεύουν για να ζουν και όχι το αντίθετο.

    Κοίτα τον χάρτη. Τι έχουμε φτιάξει; Έναν δυτικό κόσμο που έχει κάνει τη νύχτα, μέρα. Νομίζουμε ότι αυτό είναι ανάπτυξη αλλά είναι απλά η διάλυση κάθε φυσικής τάξης. Σπασμένα βιολογικά ρολόγια σε ένα κόσμο που δεν σταματά να κινείται.

    Θυμάμαι μιλούσα παλιότερα με ένα φίλο που ήταν πορτιέρης για χρόνια. Μου έλεγε ότι είναι αδύνατον ο οργανισμός να συνηθίσει τη νύχτα. Σίγουρα τα βρίσκεις κάπως με τα μέσα σου, αλλά πάντα νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά.

    Ένα ατελείωτο trend νυχτερινής δραστηριότητας που σίγουρα είχε νόημα τα χρόνια της νεότητας αλλά που από κάποια ηλικία και μετά, δεν είναι παρά ένας παλιμπαιδισμός (στην καλύτερη περίπτωση) ή μια ψυχαναγκαστική καθημερινότητα (στη χειρότερη). Το ρεύμα και η λάμπα, μετατρέπονται από μαγική κατάκτηση της ανθρωπότητας σε φυλακή του συνεχούς.

    Τόση πρόοδος πια δεν αντέχεται.

    Δεν ξέρω, φοβάμαι ότι το να πάω μπροστά μπορεί να μην είναι η απάντηση. Ίσως πρέπει να πάω πίσω.




© 2010 Κωνσταντίνος Κωστούρος, Designed by Digitalbox