Heavy Mental « Kωνσταντίνος Κωστούρος
  • Κατηγορίες





    Links

  • Aρχείο ‘Heavy Mental’ κατηγορίας

    Οι Pet Shop Boys δεν χρειάζεται να μιλούν για την κρίση. Εσύ; Εγώ;

    23.07.2013

    Pet Shop Boys - Battleship Potemkin

     

    Ρίξε μια ματιά σε αυτήν την συνέντευξη του Νιλ Τέναντ των Pet Shop Boys στην Lifo. Είναι περιεκτική, ευχάριστη και ένα απόσπασμα της νομίζω ότι δίνει αρκετή τροφή για κουβέντα.

    Παραθέτω:

    – Για την κρίση στην Ελλάδα τι ακριβώς ξέρετε;
    – «Ξέρω ότι παραείναι πολύπλοκη για ‘μενα. Δεν θα ήθελα να σας στείλω κάποιο σχετικό μήνυμα. Αφήνω αυτή τη δουλειά στους πολιτικούς.»
    – Οι Έλληνες καλλιτέχνες μιλούν συνεχώς γι’αυτήν. Σαν να είναι υποχρεωμένοι.
    – “Οι Βρετανοί δεν το κάνουν. Δεν νιώθουν τέτοιες υποχρεώσεις”.

    Η στάση των περισσότερων Άγγλων και Αμερικάνων καλλιτεχνών είναι συνήθως έτσι. Σταθερά αποφεύγουν κρίσεις επί του «άμεσα πολιτικού». Ακούγεται αφόρητα κλισέ, αλλά νομίζω ότι είναι στην ιδιοσυγκρασία τους.

    Αυτό βέβαια, δεν είναι πάντα αθώο. Σπανιότατα στην μουσική, αλλά πολύ συχνά στα εικαστικά, είναι μέρος του «παιχνιδιού», μιας που το «άμεσα πολιτικό», είναι αυτό που αναδεικνύει αξίες. Οι ίδιοι οι κρατικοί πολιτισμικοί φορείς, οι πολιτικοί με τις επιλογές τους και οι μεγάλοι επιχειρηματίες – συλλέκτες, είναι αυτοί που επιβάλλουν με τον τρόπο τους το «τι είναι και τι δεν είναι» στην κοινωνία. Το να μένεις λοιπόν απέξω, καμιά φορά, όχι μόνο σε προφυλάσσει αλλά ουσιαστικά συνδιαμορφώνει πολιτική.

    Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τους Pet Shop Boys. Μπορεί ο Νιλ Τέναντ να μην θέλει να μιλάει για την κρίση, αλλά έχει την άνεση να το κάνει, έκτος των άλλων γιατί το πολιτικό είναι «μέσα» στο ίδιο το μουσικό τους έργο. Δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια.

    Έχουν γίνει πολλές αναλύσεις για το συγκρότημα. Για το μουσικό τους ύφος, την αγάπη τους για την αβανγκάρντ ή γενικά την οπτική και μουσική κουλτούρα που μεταφέρουν. Στην δουλειά τους δεν θα δεις βέβαια περιγραφικές αναφορές για το άμεσα πολιτικό (με την μορφή δηλαδή του σχολιασμού της καθημερινής πολιτικής κατάστασης) αλλά θα δεις το πολιτικό με την έννοια της επαφής και της κριτικής της διαμορφούμενης καθημερινής κουλτούρας. Είναι αυτοί που με όχημα την ποπ εικόνα, όχι μόνο ανέδειξαν αισθητικές με πολιτικό πρόσημο, αλλά έστω μέσω της ελαφρότητας (που εγγενώς η ποπ έχει), έδειξαν ότι προβληματίζονται για το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο της εποχής τους. Τουλάχιστον έτσι το έχω εκλάβει εγώ.

    Το κυριότερο πάντως είναι ότι, πήραν μέρος στο πολιτικό με τον καλύτερο τρόπο που το μέσο τους (η τέχνη δηλαδή) μπορεί να τους προσφέρει. Ανέδειξαν τους όποιους προβληματισμούς τους, όχι μέσα από την σαφή κατονομασία τους, όχι μέσα από συνεντεύξεις ή συγκεκριμένες προτροπές, αλλά φιλτράροντας ότι έχουν να πουν, μέσω των ίδιων των εργαλείων που χρησιμοποιούν. Μέσα από τον ήχο και την εικόνα.

    Το γεγονός ότι οι Έλληνες καλλιτέχνες μιλούν συνεχώς για την κρίση, σαν να είναι υποχρεωμένοι, είναι πράγματι μια σωστή παρατήρηση από μέρους της κας. Κουστένη (της συντάκτριας του παραπάνω άρθρου). Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

    Το καλό σενάριο λέει ότι είμαστε πιο εξωστρεφείς από τους βρετανούς συναδέλφους μας ή ότι δεν φοβόμαστε τις δεσμεύσεις που λέγαμε παραπάνω. Πιστεύω όμως ότι είναι και κάτι άλλο. Ίσως δεν είναι καν το γεγονός ότι οι περισσότεροι πέφτουν στην γελοία παγίδα των ΜΜΕ που απαιτεί από τους καλλιτέχνες να έχουν γνώμη για τα πάντα λες και ο καλλιτέχνης πρέπει εκτός από το να επικοινωνεί με το έργο του, να «εξηγεί» τα πάντα στους πάντες.

    Υπάρχει η στρατευμένη πολιτική τέχνη που σκοπό της έχει την μεταφορά του πολιτικού μηνύματος ή έστω την καλλιτεχνική μετουσίωση της αγωνίας ενός λαού. Σε αυτήν την περίπτωση, το έργο έχει τον κύριο ρόλο και οι όποιες δηλώσεις λειτουργούν συμπληρωματικά. Δεν νομίζω ότι οι Έλληνες καλλιτέχνες που μιλούν για την κρίση εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία. Φοβάμαι ότι έχει να κάνει με την ανάγκη τους να εξηγήσουν αυτό που με το έργο τους αποτυγχάνουν να πουν ή που έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει εκεί. Υποθέτω ότι από όσους κάνουν δηλώσεις για την κρίση δεν διατείνεται κανείς ότι παράγει πολιτική ή στρατευμένη τέχνη. Ότι βλέπαμε τις τελευταίες δεκαετίες δεν ήταν παρά μια παρατεταμένη ακολουθία της mainstream πολιτικής ή πολιτιστικής ταυτότητας της κάθε εποχής ή ακόμα χειρότερα η light καταδίκη της, μέσα πάντα από τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς και πλαίσια. Η καλλιτεχνική δημιουργία, ακόμα και όταν είχε πολιτική χροιά, δεν ήταν παρά το συμπλήρωμα ή το άλλοθι της εκάστοτε κυρίαρχης αφήγησης.

    Αν λοιπόν αυτό ήταν ως επί το πλείστον το παρελθόν, το παρόν δεν μπορεί παρά να είναι μόνο λόγια. Είναι πολλά βλέπεις τα πράγματα που πρέπει να εξηγηθούν.

    Υ.Γ.

    Και εκεί που τελείωνα αυτές τις γραμμές με σκοπό να εκφράσω κάτι που με ενοχλεί στους «άλλους», διαπιστώνω ότι όλα αυτά πολύ εύκολα μπορεί να αφορούν κι εμένα. Μάλλον πρέπει να το ξαναδώ.

     



    Οι Sigur Ros στο MoMa ως αντίδοτο

    15.07.2013

    Sigur Ros - Valtari

     

    Σκέφτομαι ότι πολλές φορές έχουμε παγιωμένη άποψη για το τι αρέσει στα παιδιά. Πολλές φορές τους ψωνίζουμε πράγματα που έχουν φτιαχτεί απλά για να τους γοητεύουν, που ουσιαστικά απευθύνονται στα πιο ευτελή αντανακλαστικά τους. Ακόμα και όταν παίρνουμε βιβλία, μουσικές ή τα πάμε στο θέατρο, ουσιαστικά, τους αγοράζουμε «γαριδάκια για το μυαλό». Αυτό φυσικά είναι αδύνατον να αποφευχθεί πλήρως. Συνήθως τα «γαριδάκια» είναι αυτά που κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα. Πρακτικά δεν μπορείς να κάνεις πολλά, ίσως μόνο κάποια πειράματα.

    Κάτι ανάλογο έκανα τις προάλλες. Βρήκα ένα καταπληκτικό άκουσμα (και θέαμα παράλληλα) προκειμένου να πείσω την μικρή μας να φάει την απογευματινή της κρέμα. Οι Sigur Ros ζωντανά στο MoΜΑ!

    Αν δεν έχεις ακούσει ποτέ Sigur Ros είναι φαντάσου κάτι σαν, ένα συγκρότημα που απαρτίζεται από τα ξωτικά της Τιτάνια και έχει για τραγουδιστή τον Πουκ. Φαντάσου τους να πλέουν πάνω σε ένα θορυβώδες ψαράδικο που προσεγγίζει τις παγωμένες ακτές της Ισλανδίας και να παίζουν μια διασκευή του κονσέρτου των Pink Floyd στην Πομπηία.

    Κάτι το μεταλλόφωνο, κάτι η φωνή του τραγουδιστή, κάτι η ορχήστρα πνευστών που κάνει κάποια στιγμή την εμφάνιση της, η μικρή ενθουσιάστηκε. Εγώ πάλι έκανα και μια δεύτερη ανάγνωση. Εντυπωσιάστηκα για μια ακόμα φορά με την εμμονή των σύγχρονων κοινωνιών για το «ιδιαίτερο» και το «σύγχρονο».

    Το βίντεο της συναυλίας, έχει δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο έχει να κάνει με το «σύγχρονο».  Θα δεις ότι κάθε τρεις και λίγο, στην οθόνη, εμφανίζεται η λέξη “current” («σύγχρονο» – «τωρινό» αλλά και «ρεύμα» αν χρησιμοποιηθεί ως ουσιαστικό) και ένας κέρσορας που αναβοσβήνει. “Current TV”, είναι το όνομα του καναλιού που έχει κάνει την βιντεοσκόπηση, προφανώς αυτό είναι το σήμα του καναλιού.

    Το δεύτερο έχει να κάνει με το «ιδιαίτερο». Πριν αρχίσει η συναυλία, ακούμε ένα μέλος του συγκροτήματος να μιλάει.  Υποθέτω έχει προηγηθεί μια ερώτηση του τύπου «τι το ιδιαίτερο έχει να παίζει κανείς στο Moma». Εκεί ο μουσικός απαντά ότι ουσιαστικά δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο. Το αστείο είναι ότι από ότι έχω καταλάβει, οι Sigur Ros δεν είναι ακριβώς μέρος αυτής της πρεμούρας που κάνει τους θιασώτες της «ανάπτυξης» να παραληρούν με το καινούριο.

    Αυτό φαίνεται αν δεις και ένα άλλο βίντεο. Ένα ντοκιμαντέρ του συγκροτήματος με την ονομασία “Heima”. Σε αυτό δείχνει τους Sigur Ros να επιστρέφουν μετά από μια παγκόσμια περιοδεία στη χώρα τους την Ισλανδία, για μια σειρά δωρεάν συναυλιών τόσο στην πρωτεύουσα όσο και σε απομακρυσμένα χωριά.

    Εκεί, το καλοκαίρι του 2006 (λίγο πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση που έφερε τα πάνω κάτω στη χώρα το 2008) βλέπεις τα μέλη του συγκροτήματος να λένε πόσο χαρούμενα ήταν που γύρισαν όλο τον κόσμο και ακόμα πιο χαρούμενα, που τελικά γύριζαν στον τόπο τους. Αυτό που ανέφεραν ως το βασικό στοιχείο που τους γοητεύει στην Ισλανδία είναι ο «χώρος». Η παγωμένη απεραντοσύνη που απολαμβάνουν οι λιγοστοί κάτοικοι αυτού του νησιού που βρίσκεται στην άκρη του κόσμου.

    Αυτό που δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι Sigur Ros είναι ακριβώς αυτή η ζέση για ανάπτυξη και αλλαγή. Όπως έλεγαν στο βίντεο, η χώρα το 2006 ήταν χωρισμένη σε δυο στρατόπεδα, αυτούς που ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν περίπου όπως ζούσαν πάντα, σεβόμενοι την  φυσιογνωμία του τόπου και τους άλλους που ήθελαν «ανάπτυξη».

    Τώρα πια ξέρουμε, δεν χρειάστηκε ποτέ να απαντήσουν οι Ισλανδοί στο δίλημμα. Η ζωή απάντησε γι΄αυτούς. Το 2008 η κρίση έπληξε την χώρα και από χρηματοπιστωτικό Ελντοράντο τους ξαναέκανε ψαράδες. Το μοντέλο που φέρει την αξία της συνεχούς ιδιαιτερότητας και της προσήλωσης στο τώρα, πέθανε βίαια.

    Ξέρεις, το μοντέλο του MoMa, γι΄αυτούς που το ζουν σαν γηγενείς εκεί, στο κέντρο του «νέου», του «ιδιαιτέρου», του «τωρινού», δεν είναι απαραίτητα κακό. Κακό είναι ότι για να ζήσει θέλει συνεχώς να επεκτείνεται, να «τρώει» οτιδήποτε το διαφορετικό ή στην καλύτερη περίπτωση να το προσαρμόζει στα μέτρα του.

    Για να επιτύχει όμως αυτό το μοντέλο, το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι ακόμα και οι ενήλικες να καταναλώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα «γαριδάκια για το μυαλό». Λέξεις και έννοιες μεγάλες, όμορφές και καθολικής αποδοχής, σαν αυτές που αναφέρονται παραπάνω.

    Ας μην τους αφήσουμε.



    Η φάρμα των ζώων

    27.05.2013

    The animal Farm

    Ούτε που θυμάμαι πότε είχα διαβάσει για πρώτη φορά τη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ. Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό, καθώς και το 1984 επανέρχονται κάθε τρεις και λίγο με τόσο κοινότυπο τρόπο στην δημόσια συζήτηση, που νιώθεις ότι δεν χρειάζεται να τα διαβάσεις καν. Αποτελούν απλά μέρος του τοπίου.

    Πριν λίγες μέρες αγοράσαμε με τη μεγάλη κόρη το CD της ομώνυμης παιδικής παράστασης του Δημήτρη Αδάμη. Τώρα, έχω αρχίσει να της διαβάσω το πρωτότυπο.

    Φυσικά οι έννοιες επανάσταση, αντεπανάσταση, οργανωμένη κτηνοτροφία, χρηματικές συναλλαγές και τα λοιπά, είναι δυσνόητες για μια τετράχρονη, αλλά το σημαντικότερο δεν είναι αυτό.

    Είναι ότι στα μάτια της βλέπω ότι είναι δύσκολο να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος, το ψέμα από την αλήθεια, το δίκαιο από το άδικο. Στα λόγια και τις πράξεις του Ναπολέοντα, του «σταλινίσκου» αρχηγού της φάρμας, πάντα θα βρεις ψήγματα μιας «ιδιότυπης λογικής». Όσο πιο πολύ δικαιολογείς τις καταστάσεις, όσο πιο μέσα μπαίνεις στο πλαστό, τόσο πιο δύσκολο είναι να βγεις. Χρειάζεσαι μια σφαλιάρα, κάτι που θα σε βγάλει από τον κατασκευασμένο μικρόκοσμο και θα σε κάνει να δεις τη μεγάλη εικόνα. Κι αυτό δεν είναι δύσκολο μόνο για τα παιδιά.

    Ίσως θα ξέρεις ότι ο Όργουελ αυτοχαρακτηριζόταν ως αναρχικός, ταγμένος σε έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό. Η Φάρμα των Ζώων είναι η κριτική του απέναντι στον Σταλινισμό. Η οργή του για την κατάντια μιας δίκαιης επανάστασης. Η απέχθεια του για τον απολυταρχισμό και φυσικά την προπαγάνδα που είναι απαραίτητη για την επιβίωση του κακού.

    Όλα αυτά όμως, είναι παρελθόν. Ο αυταρχικός Ναπολέων, ο ιδεαλιστής Χιονόμπαλος, ο λαοπλάνος Φωνακλάς και ο αγαθός Μπόξερ, δεν υπάρχουν πια. Είναι πια μόνο μελάνι σε χαρτί. Τραγικές φιγούρες αποτυπωμένες σε αυτή την «ελαφρώς αρχαία» έκδοση του έργου από την δεκαετία του 70.

    Ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας τους:

    «- Σύντροφοι, είπε, πιστεύω πως το κάθε ζώο εδώ εκτιμά απόλυτα τη θυσία του συντρόφου Ναπολέοντα, όταν θέλησε να πάρει πάνω του και αυτή την έξτρα δουλειά. Δεν πιστεύω να φανταζόσαστε, σύντροφοι ότι η ηγεσία είναι μια ευχαρίστηση! Το αντίθετο, είναι μια μεγάλη και βαριά ευθύνη. Κανένας δεν πιστεύει πιο σταθερά απ το σύντροφο Ναπολέοντα ότι όλα τα ζώα είναι ίσα. Θα ήταν πάρα πολύ ευτυχισμένος αν σας άφηνε να παίρνετε εσείς τις αποφάσεις πάνω στο κάθε πρόβλημα. Αλλά καμιά φορά, σύντροφοι, παίρνουμε λανθασμένες αποφάσεις, και τότε τι γίνεται;  Ας υποθέσουμε πως θα ψηφίζατε αυτό το τρελό σχέδιο του Χιονόμπαλου, περί ανεμόμυλων και τα παρόμοια, – του Χιονόμπαλου, που όπως ξέρουμε τώρα, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από ένας κοινός εγκληματίας.

    – Ναι, αλλά πολέμησε πολύ γενναία στη Μάχη της Γελαδαυλής, είπε κάποιος.

    – Η γενναιότητα δεν είν΄ αρκετή, είπε ο Φωνακλάς. Η νομιμοφροσύνη κι η υπακοή είναι κάτι πιο σημαντικό. Κι όσο για τη Μάχη της Γελαδαυγής πιστεύω πως θα΄ ρθει η εποχή που θα ανακαλύψουμε πως είχαμε υπερβάλλει τα σχετικά με το ρόλο του Χιονόμπαλου. Πειθαρχία, σύντροφοι, σιδερένια πειθαρχία! Αυτό είναι το σύνθημα της ημέρας. Ένα λαθεμένο βήμα, κι οι εχθροί μας θα πέσουν πάνω μας. Σίγουρα σύντροφοι, δε θα θέλετε να ξαναγυρίσει εδώ ο Τζόουνς, έτσι δεν είναι;

    Για άλλη μια φορά τούτο το επιχείρημα στάθηκε ακλόνητο. Βέβαια τα ζώα δεν ήθελαν να ξαναγυρίσει ο Τζόουνς, αν η εξακολούθηση των συζητήσεων της Κυριακής μπορούσε να τον φέρει πίσω, τότε οι συζητήσεις καλά θα’ κάναν να σταματήσουν. Ο Μπόξερ που είχε τώρα όλο τον καιρό να συλλογιστεί τα πράγματα, διατύπωσε το γενικό συναίσθημα, λέγοντας: «Αφού το λέει ο σύντροφος Ναπολέων, έτσι θα πρέπει να΄ναι». Κι από τη στιγμή αυτή υιοθέτησε το απόφθεγμα: «Ο Ναπολέων έχει πάντα δίκαιο», παράλληλα με το προσωπικό του σύνθημα: «Θα δουλέψω πιο σκληρά».

    ………

    Τώρα πια δεν κάθουνταν εκεί όλοι μαζί όπως έκαναν στο παρελθόν. Ο Ναπολέων με το Φωνακλά και μ΄ εν΄ άλλο γουρούνι, που λεγόταν Μικρούτσικος και που είχε ένα σημαντικό ταλέντο στο να συνθέτει τραγούδια και ποιήματα, κάθουνταν μπρος στην υπερυψωμένη πλατφόρμα, με τα εννιά νέα σκυλιά να σχηματίζουν ημικύκλιο γύρω τους, και με τ΄ άλλα γουρούνια να κάθουνται πιο πίσω.

    ………

    Υπήρχαν φορές που τους φαινόταν πως δούλευαν περισσότερο κι έτρωγαν πιο λίγο απ΄ο,τι στον καιρό του Τζόουνς. Τα πρωινά της Κυριακής, ο Φωνακλάς κρατώντας ένα μακρύ φύλλο χαρτιού στο μπροστινό του ποδάρι τους διάβαζε καταλόγους με αριθμούς που είχαν σκοπό ν’ αποδείξουν ότι η παραγωγή κάθε είδους τροφίμων είχε αυξηθεί κατά 200, 300 ή και 500 στα εκατό, ανάλογα με την περίπτωση.»

    Η ιδιότυπη λογική μου δοκιμάζεται.



    Καμηλιέρηδες και μοναχοί, οι παρίες της σύγχρονης αντίληψης των πραγμάτων.

    08.03.2013

    Ταξιδιωτική εξτραβαγκάντζα για όσους βαρέθηκαν την Oxford Street

    Ταξιδιωτική εξτραβαγκάντζα για όσους βαρέθηκαν την Oxford Street

     

    Θέλω να σου μεταφέρω δύο καταπληκτικούς διάλογους που άκουσα.

    Ο πρώτος ήταν σε μια ταξιδιωτική εκπομπή στην τηλεόραση, συγκεκριμένα έδειχνε ένα ρεπορτάζ για το παζάρι καμηλών της Πούσκαρ στην Ινδία.

    Όπως θα δεις και σε αυτό το άρθρο στο Βήμα, «Κατά τα τελευταία 1.000 χρόνια, στην πανσέληνο του Νοεμβρίου, η κοιμισμένη Πούσκαρ, μία πόλη στην άκρη της ερήμου της Ινδίας, προσελκύει περίπου 20.000 άτομα και διπλάσιες καμήλες για το Παζάρι των Καμήλων, ένα εκπληκτικό θέαμα με θρησκευτικό και κοινωνικό ενδιαφέρον.»

    Εκεί λοιπόν ο «έθνικ» ρεπόρτερ σταματά έναν αγοραστή και τον ρωτά, «μόλις αγοράσατε μια καμήλα. Γιατί την επιλέξατε; Τι το ιδιαίτερο είχε η συγκεκριμένη καμήλα;».

    «Τίποτα» απαντά ο καμηλιέρης. Παγωτό ο ρεπόρτερ…

    Σε λίγο ο δαιμόνιος ερευνητής ξαναπαίρνει μπρος και ρωτάει πιο περιφραστικά, πως και γιατί επέλεξε την συγκεκριμένη καμήλα. Ο Καμηλιέρης απάντησε κάτι σαν, την πήρα γιατί δείχνει υγιής και δυνατή. Τόσο απλά.

    Ο δεύτερος διάλογος  έλαβε χώρα στο Άγιο Όρος και μου τον μετέφερε ένας φίλος.

    Πήγαιναν λέει δύο περιηγητές βόλτα γύρω από μια μονή και κάποια στιγμή βλέπουν έναν μοναχό. Σταματούν και τον ρωτούν, «υπάρχει εδώ γύρω κάτι ιδιαίτερο που πρέπει να δούμε;» Ο μοναχός απαντά, «από εκεί να πάτε είναι πολύ ωραία». Οι περιηγητές επανέρχονται, «μα από εκεί πήγαμε και δεν είχε τίποτα». «Αυτό είναι το ωραίο» λέει ο μοναχός, «ότι δεν έχει τίποτα…».

    Και στις δύο περιπτώσεις, γέλασα πολύ.

    Είναι σχεδόν εμμονική η διάθεση του σύγχρονου ανθρώπου για την μοναδικότητα. Τη λατρεία του ιδιαίτερου και του διαφορετικού. Ο καμηλιέρης της πρώτης ιστορίας όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό δεν έψαχνε ιδιαιτερότητες στη νέα του καμήλα. Ο ρεπόρτερ πάλι, αν είχε να διαλέξει καμήλα, προφανώς θα την επέλεγε μόνο αν είχε αριστεύσει σε κάποιο διαγωνισμό ταχύτητας ή σε κάποιο φεστιβάλ οικονομίας (τη μικρότερη κατανάλωση σανού ανά χιλιόμετρο ίσως;). Ο Ινδός φίλος μας πάντως, έψαχνε μόνο για ένα ζωντανό που να μπορεί να κάνει τη δουλειά για την οποία είναι προορισμένο. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

    Οι περιηγητές του Αγίου Όρους ίσως να έψαχναν για ένα θαυμάσιο φωτογραφικό ενσταντανέ. Το θαύμα όμως είναι το ίδιο το Όρος.

    Θυμάσαι τα ρεπορτάζ στα παλιά lifestyle περιοδικά; «Εξωτικές διακοπές», «Μοναδικοί προορισμοί», «δώρα για αυτούς που τα έχουν όλα» «δέκα τρόποι για να ξεχωρίσεις». Αλλά ακόμα και σήμερα, «εναλλακτικό», «post-alternative» και «πρωτοπορία».

    Προφανώς το τέλος της ιστορίας δεν ήρθε και από ότι ξέρω δεν προβλέπεται να έρθει και ποτέ. Λογικό είναι λοιπόν, να ψάχνουμε συνέχεια για το νέο, το διαφορετικό, το καλύτερο. Μην ξεχνάμε όμως ότι το «καλό» είναι άχρονο και είναι πάντα παρών. Στο χέρι μας είναι να μάθουμε να το αναγνωρίζουμε όπου το βρούμε. Απλά νιώθω ότι συχνά το προσπερνάμε για χάρη του διαφορετικού.



    Η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται (ενώ θα έπρεπε).

    23.01.2013

     

    Τι ωραία που είναι αυτά τα κείμενα αστικής περιήγησης. Με την πόλη που ποτέ δεν κοιμάται, τις «περσόνες» της νύχτας, την κρυφή γοητεία της ελαφριάς παραβατικότητας, τα αυτοκίνητα, το αλκοόλ και τα τσιγάρα. Ένας κόσμος στα πόδια σου. Μπαρ, περίπτερα, καντίνες, νυχτερινά εστιατόρια, η ζωή ποτέ δεν σταματά.

    Τι όμορφος αστικός μύθος για να ζεις. Ειδικά αν είσαι άνθρωπος που επωφελείται από τις υπηρεσίες που προσφέρει η νυχτερινή ζωή.

    Θυμήθηκα αυτό το παλιό άρθρο του Φώτη Γεωργελέ στην Athens Voice όπου περιγράφει πόσο άλλαξε η ζωή προς το καλύτερο όταν το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του το ανάλαβαν δύο φρέσκες δεσποινίδες που το΄χουν ανοικτό όλη μέρα. Βλέπεις, ο παππούς που το είχε πριν το έκλεινε τα Σαββατοκύριακα για να πάει στο εξοχικό του.

    Αυτό βέβαια που παραλείπει να μας πει είναι πως θα γίνουν οι φρέσκες πιτσιρίκες σε είκοσι χρόνια, κλεισμένες όλη μέρα κάθε μέρα στην τρύπα. Θα γίνουν ακριβώς όπως αυτοί που (δεν) περιγράφει πιο κάτω στα μικρά μαγαζάκια των μεγαλουπόλεων. Φαντάσματα του εαυτού τους, με την τηλεόραση ανοικτή όλη μέρα σε ένα βουβό πόνο ακινησίας, πλαδαρότητας και κούρασης. Μεροδούλι μεροφάι στην ατέλειωτη κενότητα της κούτας με τα γαριδάκια.

    Πολύ γοητευτική και η τελευταία συζήτηση περί ωραρίου. Τα μαγαζιά ανοικτά κάθε μέρα όλη μέρα, ανάπτυξη, επιχειρηματικότητα, ανταγωνισμός. Λες και μας περίσσευαν τα χρήματα, αλλά δεν βρίσκαμε χρόνο για να πάμε για ψώνια. Οι ίδιοι που μας λένε ότι «φτάσαμε εδώ που φτάσαμε λόγω της υπερκατανάλωσης» αντί να ενισχύσουν την παραγωγή, διατείνονται ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση θα μας σώσει. Κρύβουν ότι στην παρούσα φάση, εκτός από τα ψιλικατζίδικα κανείς άλλος δεν μπορεί να αντέξει σε κάτι τέτοιο και ότι ο απώτερος σκοπός είναι οι μικρές επιχειρήσεις να κλείσουν για να φτιαχτεί μια απέραντη κοινωνία εξαρτημένης εργασίας και «ελεύθερου ωραρίου στα mall». Ένας ατελείωτος κύκλος δουλειάς, όπου ο μπαμπάς θα δουλεύει πρωί, η μαμά απόγευμα και ο νέος το βράδυ. Όπου το μόνο που θα δένει την οικογένεια είναι η κοινή στέγη και ο ρεφενές για τους λογαριασμούς.

    Ας μην γελιόμαστε. Κοινωνίες σαν την δική μας είναι φτιαγμένες ως επί το πλείστον από τα «κουστούμια» για τα «κουστούμια». Ανθρώπους που είτε δουλεύουν σε γραφείο συγκεκριμένες ώρες ή επιχειρηματίες που κάθε παραπάνω εργατοώρα τους πληρώνεται. Είναι φτιαγμένες και για τους «ερωτευμένους με τη δουλειά τους». Όλοι αυτοί απλά θέλουν την υπόλοιπη κοινωνία παρούσα την ώρα που θα έρθει η ώρα να διασκεδάσουν. Άνθρωποι επαγγελματίες της εργασίας και χομπίστες της ζωής, που απαιτούν και από τους υπόλοιπους να χάσουν τη δική τους ζωή. Αρνούνται να αναγνωρίσουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δουλεύουν για να ζουν και όχι το αντίθετο.

    Κοίτα τον χάρτη. Τι έχουμε φτιάξει; Έναν δυτικό κόσμο που έχει κάνει τη νύχτα, μέρα. Νομίζουμε ότι αυτό είναι ανάπτυξη αλλά είναι απλά η διάλυση κάθε φυσικής τάξης. Σπασμένα βιολογικά ρολόγια σε ένα κόσμο που δεν σταματά να κινείται.

    Θυμάμαι μιλούσα παλιότερα με ένα φίλο που ήταν πορτιέρης για χρόνια. Μου έλεγε ότι είναι αδύνατον ο οργανισμός να συνηθίσει τη νύχτα. Σίγουρα τα βρίσκεις κάπως με τα μέσα σου, αλλά πάντα νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά.

    Ένα ατελείωτο trend νυχτερινής δραστηριότητας που σίγουρα είχε νόημα τα χρόνια της νεότητας αλλά που από κάποια ηλικία και μετά, δεν είναι παρά ένας παλιμπαιδισμός (στην καλύτερη περίπτωση) ή μια ψυχαναγκαστική καθημερινότητα (στη χειρότερη). Το ρεύμα και η λάμπα, μετατρέπονται από μαγική κατάκτηση της ανθρωπότητας σε φυλακή του συνεχούς.

    Τόση πρόοδος πια δεν αντέχεται.

    Δεν ξέρω, φοβάμαι ότι το να πάω μπροστά μπορεί να μην είναι η απάντηση. Ίσως πρέπει να πάω πίσω.



    Αυτό και μόνο αυτό.

    07.11.2012

     

    Προχθές πήγα στο Public με τη μεγάλη κόρη. Πηγαίνουμε συχνά στο τμήμα των βιβλίων, και οι κοπέλες εκεί μας ξέρουν. Μία από αυτές, μου αποκάλυψε ότι οι καινούριοι προσλαμβάνονται για 450 ευρώ το μήνα ενώ «οι παλιοί» αμείβονται με 600.

    Μετά πήγαμε στο Μαρινόπουλο. Εκεί διαπίστωσα ότι είχε «προσφορά» 20% μείον στα τυριά οπότε η ουρά ήταν μεγαλύτερη από ότι συνήθως. Περιμέναμε περίπου 15 λεπτά στον πάγκο για να έρθει η σειρά μας. Η μικρή φρίκαρε από την αναμονή και προσπαθούσα να τη συγκρατήσω για να μην κάνει όποια σαχλαμάρα της έρθει στο κεφάλι.

    Πάντα σ’ αυτό το μαγαζί έχουν ελάχιστο προσωπικό αλλά η «υπόθεση προσφορά» εκτόξευσε την ταλαιπωρία. Όταν έφτασε η σειρά μου, η κοπέλα που με εξυπηρέτησε, μου ζήτησε συγνώμη για την αναμονή. Της απάντησα ότι συγνώμη πρέπει να ζητήσουν οι ιδιοκτήτες που δεν κάνουν προσλήψεις σε ένα τόσο μεγάλο μαγαζί. Μου απάντησε ότι το θέμα είναι να μην γίνουν άλλες απολύσεις και βλέπουμε…

    Κάποια στιγμή οι παραπάνω άνθρωποι θα μείνουν χωρίς δουλειά ή θα παραιτηθούν από την κανονικότητα, όταν συνειδητοποιήσουν πλήρως ότι με 450 ευρώ δε ζεις. Τότε, κάποιοι από αυτούς, θα αντιδράσουν άσχημα και οι κουβέντες για αλληλεγγύη δεν θα λένε τίποτα στα αυτιά τους. Δεν λέω, θα συνεχίσουμε να ψαχνόμαστε αναλύοντας τα γεγονότα κοινωνιολογικά, θα μετράμε την άνοδο του εξτρεμισμού, θα προβληματιζόμαστε με το έλλειμμα παιδείας και ελευθερίας ενώ θα αναζητούμε μεταρρυθμίσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

    Αυτοί οι άνθρωποι όμως, σε όλους αυτούς τους προβληματισμούς θα έχουν να αντιτάξουν μόνο την βία και την άμεση αρπαγή αυτού που τους λείπει (είτε αυτό το λένε χρήματα είτε ελευθερία). Τότε, δεν θα φταίει ούτε «η κουλτούρα ανομίας που διαπερνά τον τόπο» ούτε «τα χαρακτηριστικά της φυλής μας».

    Πρακτικά, οι δικαιολογίες θα μας τελειώσουν. Θα φταίει η εξαθλίωση και η κατάφορη αδικία που το υπάρχον πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον έχει «νομιμοποιήσει».

    θα φταίει αυτό και μόνο αυτό.

     



    Πιο πολύ για την καρδιά παρά για το μυαλό. Εκπαιδευτικά Προγράμματα στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη.

    20.09.2012

    Σκηνή από το περσινό DJ Set me την ονομασία «Είναι τέχνη τώρα αυτό;» στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη.

     

    Όταν πηγαίνεις να ακούσεις κάποιον να μιλά για ιστορία τέχνης τι περιμένεις συνήθως; Υποθέτω να δεις έργα τέχνης και να μάθεις πράγματα. Σκέφτομαι ότι ποτέ η μνήμη μου δεν λειτουργεί όπως θα ήθελα, οπότε όταν καλούμε να φτιάξω εκπαιδευτικά προγράμματα, πάντα έχω στο νου ότι δεν θα έχει κανένα νόημα να φορτώσω τους πάντες με πολλές πληροφορίες, ημερομηνίες και ονόματα. Προφανώς θα υπάρξουν και αυτά  αλλά ο στόχος μου είναι αλλού. Να προσπαθήσω να «απευθυνθώ άμεσα στο νευρικό τους σύστημα». Πιο απλά να στοχεύσω στην καρδιά και όχι στο μυαλό. Όπως ακριβώς κάνει και ένα έργο τέχνης «που σέβεται τον εαυτό του».

    Φέτος λοιπόν, στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη θα παρουσιάζω σε παιδιά Γυμνασίου και Λυκείου δυο εκπαιδευτικά προγράμματα. Ονομάζονται, «Είναι τέχνη τώρα αυτό;» και «Όταν μας ρωτούσαν ποιοι είμαστε, εμείς απαντούσαμε ότι είμαστε Βυζαντινοί».

    Είναι απλό. Είσαι γονιός ή εκπαιδευτικός στην Αττική; (Έλα και από το Σουφλί αλλά υποθέτω ότι θα είναι υπέρογκα τα μεταφορικά.) Κατεβάζεις τα εκπαιδευτικά προγράμματα που διοργανώνει δωρεάν το Ίδρυμα από «αυτόν εδώ τον σύνδεσμο».

    Ρίχνεις μια ματιά και επιλέγεις αυτό που σου αρέσει. Ελπίζω μέσα σε όλα, να σου αρέσει και κάποιο από τα δύο που εισηγούμαι εγώ (είπαμε, «Είναι τέχνη τώρα αυτό;» ή/και «Όταν μας ρωτούσαν ποιοι είμαστε, εμείς απαντούσαμε ότι είμαστε Βυζαντινοί»). Μπορείς να τα βρεις στον παραπάνω σύνδεσμο, πατώντας στα «προγράμματα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», στην σελίδα 44.

    Το προτείνεις στο σχολείο σου και αν συμφωνούν, επικοινωνεί κάποιος υπεύθυνος από το σχολείο με το ίδρυμα, προκειμένου μία ή και περισσότερες τάξεις να «μπαρκάρουν» για Πειραιά προκειμένου να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα. Οι αιτήσεις γίνονται μέχρι τις 19 Οκτωβρίου 2012.

    Έχουμε και ωραία θέα. 🙂

    Υ.Γ.

    Παρακάτω  θα βρεις μια σύντομη παρουσίαση των προγραμμάτων.

     

    «Είναι τέχνη τώρα αυτό;»

    Σκοπός του προγράμματος, είναι να έρθουν οι μαθητές σε επαφή με τη σύγχρονη τέχνη. Ένα συναρπαστικό όσο και ετερόκλητο ταξίδι στην εικαστική δημιουργία του 20ου και του 21ου αιώνα. Ο τρόπος που η τέχνη και η θεωρία της, επηρεάζει την καθημερινότητα μας μέσω της λαϊκής κουλτούρας. Η ζωγραφική, η τέχνη του δρόμου, οι εικαστικές εγκαταστάσεις, τα δρώμενα, τα video clip, το D.I.Y, η μουσική, το σινεμά ερασιτεχνικής αισθητικής και η τηλεόραση. Μέσα από την προβολή εικόνων ζωγραφικής, γλυπτικής, μουσικών βίντεο κλιπ και αποσπασμάτων από ταινίες, αλλά κυρίως μέσω ζωντανού διαλόγου, οι μαθητές έρχονται σε επαφή με την θεωρία και την πρακτική της τέχνης όπως αυτές αποκαλύπτονται ανά τους αιώνες, ενώ παράλληλα εξετάζουμε το πώς αυτή η παράδοση αλληλεπιδρά με τα έργα διάσημων καλλιτεχνών της σύγχρονης εικαστικής και μουσικής σκηνής.

     

    «Όταν μας ρωτούσαν ποιοι είμαστε, εμείς απαντούσαμε ότι είμαστε Βυζαντινοί»

    Η φράση του James Warhola: (ανιψιού του «πάπα» της Pop Art Andy Warhol) «Όταν μας ρωτούσαν ποιοι είμαστε, εμείς απαντούσαμε ότι είμαστε Βυζαντινοί» είναι η αφορμή για ένα μεγάλο ταξίδι από την τέχνη των βυζαντινών χρόνων έως το σήμερα. Πάλι με την χρήση των πολυμέσων αλλά κυρίως με τον ζωντανό διάλογο, τα παιδιά θα έχουν την δυνατότητα να έρθουν σε επαφή όχι με την «ιστορία της βυζαντινής τέχνης» αλλά με την κοσμοθεωρία της και τον τρόπο που αυτή αλληλεπιδρά με το σήμερα. Θα είναι μια ευκαιρία να ανασύρουμε μια ξεχασμένη θέαση του κόσμου και να και να δούμε τις διαφορές της, με την «δυτική θέαση των πραγμάτων». Θα ψάξουμε να βρούμε «τι ενώνει και τι χωρίζει» μια βυζαντινή εικόνα και μια εικόνα ενός ζωγράφου της αναγέννησης και να αναρωτηθούμε αν η ζωγραφική του Ντα Βίντσι είναι πιο «αληθινή» από αυτή του Θεοφάνη από την Κρήτη. Ίσως έτσι, να μάθουμε αν ο τρόπος που έβλεπαν τον κόσμο οι βυζαντινοί μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε αλλιώς την τέχνη και την ζωή σήμερα.



    Ίον Αμυγδάλου

    12.09.2012

    Αυτό που δυσκολεύομαι να ξεπεράσω είναι το γεγονός ότι από εκεί που οι συζητήσεις για τράπεζες και λεφτά θεωρούνταν βαρετές, μάλλον κακόγουστες και ίσως ελαφρώς «χυδαίες», τώρα απλώς είναι μέρος της καταθλιπτικής καθημερινότητας. Όπως και να χει, αυτή είναι ακόμα μια, με την εξαίρεση ότι δεν είναι καταθλιπτική

    Είχα αποφασίσει προχθές το πρωί να πάω για «εξωτερικές δουλειές». Έπρεπε να πάω σουπερμάρκετ, να πληρώσω τη δόση για την εφορία, το λογαριασμό της ΔΕΗ (με το χαράτσι), καθώς και την κάρτα που είχε χρεωθεί από τα βιβλία που παραγγείλαμε από το internet.

    Ξεκίνησα με τους λογαριασμούς. Πρώτα Εμπορική για την δόση και μετά ταχυδρομείο για τη ΔΕΗ. Κάπου προς το τέλος, όταν ψώνιζα στο σούπερ μάρκετ, το κατάλαβα. Μου έλειπαν πενήντα ευρώ. Ήμουν σίγουρος ότι είχαν χαθεί ανάμεσα στην τράπεζα και το ταχυδρομείο. Όπως ήταν καινούρια τα χαρτονομίσματα, μάλλον κόλλησαν μεταξύ τους και έδωσα ένα παραπάνω σε κάποιον ταμία.

    Στεναχωρήθηκα πολύ. Στην κατάστασή μας πενήντα ευρώ είναι πολλά λεφτά. Ένιωσα τόσο ανόητος φορτωμένος με τέσσερα κουτιά πάνες που τα είχα αγοράσει προσπαθώντας να «εκμεταλλευτώ την προσφορά» του σούπερ μάρκετ. Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να πάω στους ταμίες να ρωτήσω. Το πήρα απόφαση και γύρισα σπίτι.

    Αργά το μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο ταμίας της Εμπορικής, μου είπε ότι είχε περίσσευμα στο ταμείο του πενήντα ευρώ. Είχε καταλάβει ότι ήταν τα δικά μου. Για ένα λεπτό χάθηκα. Δεν πρόλαβα να χαρώ, περισσότερο σοκαρίστηκα και λίγο μετά, απλώς συγκινήθηκα. Πολύ. Μου είπε να περάσω την επομένη να τα πάρω πίσω.

    Όλη τη μέρα σκεφτόμουν τι θα του πω όταν τον δω. Ήθελα να του μιλήσω για τα οικονομικά μας, για τα παιδιά, για το πόσο απίστευτο μου φάνηκε που ένας απλός υπάλληλος έδωσε πίσω λεφτά, τα οποία στην πραγματικότητα δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μπορέσω να τα διεκδικήσω, για το πόσο δύσκολο θα είναι να περνάν τόσα χρήματα από τα χέρια του και τίποτα να μην είναι δικό του, για το δόγμα που διακηρύσσει ότι «τα λεφτά που κερδίζονται είναι δυο φορές πιο γλυκά από τα χρήματα που δουλεύονται» και τόσα άλλα.

    Προσπάθησα να μιλήσω αλλά το ξέκοψε, «Άστο φίλε, δεν έχει νόημα, αν έχεις μεγαλώσει με κάποιο τρόπο, όλα τα άλλα δεν έχουν καμιά σημασία».

    Είχε δίκιο, αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Του άφησα ως ελάχιστο αντίδωρο μια σοκολάτα Ίον Αμυγδάλου, που του είχα αγοράσει λίγο πριν από το τοπικό σούπερ μάρκετ και εξαφανίστηκα.

    Είναι οι στιγμές που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν υπάρχει θεός. Εγώ πάντως είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν άνθρωποι.

    (Και όσο υπάρχουν άνθρωποι, μπορεί να υπάρχει και θεός.)

     



    Ο φιλικός ναζιστής της γειτονιάς σου ή γιατί οι σατανιστές είναι καλοί άνθρωποι.

    01.06.2012

     

    Σε σόκαραν οι φωτογραφίες του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Γιώργου Γερμένη; Έχεις αναρωτηθεί ποτέ τι πιστεύει ένας σατανιστής; Έχεις την εντύπωση πως νιώθει «κακός άνθρωπος»; Σε προβλημάτισε το γεγονός ότι όσες φορές είδες κάποιον εκπρόσωπο αυτού του κόμματος στην τηλεόραση, ουσιαστικά το μεγαλύτερο παράπονο που εξέφρασε ήταν ότι τα ΜΜΕ τον αντιμετωπίζουν σαν τέρας; Είναι τελικά όλοι αυτοί «κακοί άνθρωποι»;

    Αν τους ρωτήσεις θα σου απαντήσουν απολύτως ειλικρινά ότι είναι πραγματικά καλοί και αυτό δεν είναι ψέμα, το πιστεύουν βαθιά. Η διαφορά έχει να κάνει με το πώς ορίζει κανένας το καλό και το κακό.

    Ας πάρουμε για παράδειγμα τον σατανισμό. Προφανώς δεν πρόκειται για μια ενιαία κοσμοθεωρία, ο κάθε σατανιστής πιστεύει αυτό που θέλει. Ο βασικός όμως κλάδος του σατανισμού (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) πρεσβεύει, ότι στην πραγματικότητα ο Θεός είναι ο κακός ενώ ο Εωσφόρος είναι ο καλός.

    Σου φαίνεται παράλογο; Με μια «δεύτερη ματιά» δείχνει απολύτως λογικό. Σκέψου το, οι σατανιστές λένε ότι δεν έχεις παρά να ανατρέξεις στη Βίβλο. Εκεί θα δεις έναν Θεό μοχθηρό, που τιμωρεί τους υπηκόους του, που ζητά να τον προσκυνούν και βάζει όλο δυσβάστακτους κανόνες. Ενώ ο Σατανάς είναι αυτός που επαναστατεί απέναντι στην εξουσία του Θεού, αρνείται να τον υπηρετεί, και συμβολίζει την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου.

    Δεν έχω τα φόντα να κάνω βαθιές θρησκευτικές αναλύσεις για το πώς το ένα εδάφιο της Βίβλου απαντά στο άλλο ή για τη φύση του Θεού, αλλά ας πιαστούμε από την τελευταία φράση της παραπάνω παραγράφου. «Η απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου». Για το σατανιστή νοείται ως η δυνατότητα του να κάνει αυτό που θέλει, αυτό που θεωρεί δίκαιο και σωστό, χωρίς τους κανόνες που ο Θεός θέτει.

    Τι είναι όμως μια ελευθερία χωρίς κανόνες; Τι είναι μια ελευθερία χωρίς σεβασμό στην κοινότητα; Τι είναι μια κοινωνία που ο καθένας θα σεβόταν μόνο τις προσωπικές του επιθυμίες;

    Η θρησκεία (για κάποιους σωστά και για κάποιους λάθος) θέτει κανόνες, ένα σύνολο από τρόπους λειτουργίας (που αναθεωρούνται κατά καιρούς από την κοινότητα) βάση πάντα ενός συγκεκριμένου προτύπου. Η κριτική που δέχεται η κάθε θρησκεία είναι σε αυτό. Στο ότι το θρησκευτικό πρότυπο (μιας που άπτεται του μεταφυσικού, και δεν έχουμε χειροπιαστές αποδείξεις για αυτό) είναι ψευδές. Πέραν όμως του θρησκευτικού ή μη προτύπου, η απόλυτη ελευθερία του κάθε ατόμου δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην επιβίωση του πιο ισχυρού. Ο σατανιστής πιστεύει στη φύση, πιστεύει στο νόμο του ισχυρού που ευδοκιμεί μέσα της, παραβλέπει όμως ότι ο άνθρωπος έχει πολυπλοκότερη μορφή από τα ζώα. Συμπόνια, διάθεση για διαπραγμάτευση, ανιδιοτέλεια, σεβασμός στις επιθυμίες του άλλου, είναι έννοιες υποδεέστερες. Δεν καταλαβαίνει ότι αυτές είναι απαραίτητες προκειμένου να διατηρηθεί η ανθρώπινη υπόσταση. Γι’ αυτόν, ο νόμος του ισχυρού, αυτό το τελευταίο σκαλοπάτι της ανθρώπινης υπόστασης, δεν είναι παρά το πρώτο. Παραβλέπει ότι ελευθέρια ανεξάρτητη από το «δίπλα» και τον «απέναντι» μετατρέπει τον άνθρωπο σε έρμαιο των παθών του.

    Σε αυτό στο σημείο είναι που τέμνονται ο σατανισμός με το ναζισμό. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ταυτόσημα, έχουν όμως ένα κοινό. Την «ελευθερία του ατόμου». Ο σατανισμός βέβαια είναι «φούλ» στη μεταφυσική ενώ ο νατσισμός εμπνέεται μόνο από αυτή, αλλά και από την «ελευθερία που ο σατανισμός «υπηρετεί». Ο ναζισμός δεν «χρειάζεται» το Θεό ούτε τον Σατανά. Μένει στον άνθρωπο, όχι όμως με την μορφή που ο φιλελευθερισμός πρεσβεύει.  Ο ναζισμός δεν «Κατοχυρώνει ένα πλαίσιο ατομικών δικαιωμάτων, όπως για παράδειγμα αυτά της ισότητας, της ανεξιθρησκίας και της ιδιοκτησίας, και προστατεύει το άτομο περιορίζοντας την ισχύ της εκτελεστικής εξουσίας που πηγάζει από τη “δημοκρατική αρχή”, δηλαδή την αρχή της πλειοψηφίας.» όπως ο φιλελευθερισμός, αλλά έρχεται (δανειζόμενος τη μεταφυσική) και «εξυψώνει»  τον άνθρωπο. Τον θέτει ως το ον που εξοστρακίζει το Θεό και θέτει τους δικούς του κανόνες. Και όχι οποιονδήποτε άνθρωπο αλλά αυτόν που είναι πιο ισχυρός.

    Ο ισχυρός λοιπόν, κατά τους ναζιστές, είναι αυτός που θέτει τους κανόνες και έχει «δικαίωμα στα πλαίσια της ελευθερίας του να κάνει αυτό που θέλει». Γι’ αυτό και δεν μπορεί να διανοηθεί ότι ο ίδιος είναι κακός. Είναι απλά το αποτέλεσμα της «φυσικής ροής των πραγμάτων». Δεν βρίσκει τίποτα το κακό στο νόμο του ισχυρού. Εδώ δεν χωρά δημοκρατία. Ο ναζισμός δεν νοιάζεται για τον συνάνθρωπο αλλά για τον σύντροφο, αυτόν που είναι ίδιος με αυτόν. Οραματίζεται μια κοινωνία που η μοναδική αλήθεια του ισχυρότερου θα επιβληθεί και οι αδύναμοι ή οι ενοχλητικοί απλά θα εξαφανιστούν.

    Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χίτλερ ποτέ δεν προσπάθησε να διαπραγματευτεί κάποιου είδους παράδοση ακόμα και την τελευταία ώρα για την Γερμανία. Δεν τον ενδιέφερε αν όλοι οι στρατιώτες του θα πέθαιναν στο Στάλινγκραντ ή αν οι συμπατριώτες του, οι Γερμανοί πολίτες, θα πέθαιναν μέχρις ενός στο Βερολίνο. Γι’ αυτόν, το αποτέλεσμα του πειράματος ήταν ξεκάθαρο. Οι Ρώσοι είχαν αποδειχτεί περισσότερο ανθεκτικοί από τους Γερμανούς οπότε δεν υπήρχε κανένας λόγος να σωθούν.

    Η προπαγάνδα και το ψέμα είναι ένα άλλο «λογικό επόμενο». Είναι τα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού και η αναγνώριση εκ των πραγμάτων ότι οι πολλοί είναι αδύναμοι και μικρόνοες. Πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος λοιπόν να πειστούν για τις ευεργετικές συνέπειες των πράξεων των ισχυρών. Το ψέμα δεν είναι το πρόβλημα, το θέμα είναι η επίτευξη του σκοπού.

    Σήμερα πολλοί λένε ότι αυτό που ζούμε είναι «χούντα». Δεν μπορώ να το συμμεριστώ αυτό, για την ακρίβεια δεν ξέρω. Πάντα με προβλημάτιζε η χρησιμοποίηση φορτισμένων όρων για κάθε περίσταση και έτσι το αποφεύγω. Το σίγουρο είναι ότι ο ναζισμός, ο φασισμός η χούντα και αυτό που ζούμε σήμερα έχουν ένα κοινό. Φρονούν ότι «ο κόσμος δεν ξέρει». Ότι είναι καλή η δημοκρατία αλλά τώρα που το σύστημα κλονίζεται πρέπει να αφεθούμε στα χέρια των ειδικών, γιατί αυτοί ξέρουν καλύτερα.

    Και κάτι ακόμα χειρότερο. Από ότι έχω καταλάβει, «οι ειδικοί» δείχνουν με τις πράξεις τους πως αν στον δρόμο για την «θεραπεία» κάποια «ασθενή κύτταρα» της κοινωνίας πεθάνουν, δεν είναι και πολύ μεγάλο το κακό.

    Όπως και εσύ έτσι κι εγώ φοβάμαι για το μέλλον, από την άλλη όμως και το παρόν δεν είναι ιδιαίτερα θελκτικό. Ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μην ψάξουμε την λύση στην κυνικότητα και στο «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».



    Αυτά πότε τα συμφωνήσαμε;

    25.04.2012

    Η φωτογραφία είναι από το blog http://cartoonpolitics.tumblr.com/

     

    Εντάξει, οι περισσότεροι συμφωνούμε ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ότι καλύτερο μπορούμε να έχουμε. Ψηφίζουμε, εκλέγουμε αυτούς που θεωρούμε καλύτερους για τη δουλειά και τους ελέγχουμε κάθε 4 χρόνια.

    Μέχρι πρόσφατα και όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, η κουβέντα πάντα είχε να κάνει με συγκεκριμένα θέματα. Το ποσό των αυξήσεων των μισθών, ή ανεργία, η εγκληματικότητα και η διαφύλαξη των συνόρων της χώρας. Οι «λύσεις» για τα συγκεκριμένα προβλήματα ήταν συγκεκριμένες. Διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες για τους μισθούς, μικρές ή μεγάλες επιχορηγήσεις για τις επιχειρήσεις προκειμένου να καμφθεί η ανεργία, καλύτερη αστυνόμευση μέσω της αναδιοργάνωσης της αστυνομίας ή προσλήψεις αστυνομικών και τέλος, αγορά όπλων και στρατιωτική θητεία «λάστιχο», κάποτε μεγαλύτερη και κάποτε μικρότερη. Δεν έχω αμφιβολία ότι σε όλο το δυτικό κόσμο, πάνω κάτω αυτά συζητούσαν.

    Όμως ενώ εμείς προσπαθούσαμε να διαλέξουμε την καλύτερη λύση (από τις παραπάνω πάντα) για «τα προβλήματα της καθημερινότητας» μια άλλη παράλληλη ατζέντα εξελισσόταν. Προσπαθώ να θυμηθώ πραγματικά, πότε ρωτηθήκαμε για διάφορα άλλα «ψιλοπράγματα».

    Αλήθεια, πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία ότι η χώρα μας θα γίνει η φυλακή της Ευρώπης για τους μετανάστες; Γιατί αν δεν κάνω λάθος με τη συνθήκη «Δουβλίνο 2» «…ο μετανάστης που μπαίνει στην Ευρώπη είναι υποχρεωμένος να κάνει τα χαρτιά στην πρώτη χώρα που τον υποδέχεται. Αν τον πιάσουν αλλού, τον στέλνουν στην αρχή της διαδρομής, όπως στο επιτραπέζιο «φιδάκι». Δεδομένου ότι έρχονται ποδαράτα ή βαρκάδα, οι περισσότεροι μπαίνουν στην Ελλάδα. Για να μη λέμε λόγια του αέρα: το 90% των ξένων που εισέρχονται παρανόμως στην Ευρώπη μπαίνουν από την Ελλάδα.» Πότε συμφωνήσαμε σε αυτό, ζητώντας μάλιστα χρήματα από την Ε.Ε. για να τα καταφέρουμε?

    Πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία ότι το πρώτο κόμμα στις εκλογές πρέπει να πάρει 50 έδρες παραπάνω στο κοινοβούλιο ως «προίκα», για να είναι αυτοδύναμο, όπως θα γίνει σε αυτές τις εκλογές;

    Πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία ότι οι βουλευτές έχουν το ακαταδίωκτο, μέσω το νόμου περί ευθύνης υπουργών;

    Υποψιαζόμασταν ότι ένα ρουσφέτι στο στρατό ή τα στραβά μάτια στο αυθαίρετο μας, θα είχαν ως αντάλλαγμα έναν βουλευτικό ή υπουργικό θώκο. Υποθέσαμε ότι αυτό συνεπάγεται με μια θέση εξουσίας, βουλευτική μερσεντές και μεγαλεία στο προεδρικό μέγαρο. Δεν μας είπαν όμως ότι το αντάλλαγμα στην πραγματικότητα θα είναι off shore και μίζες εκατομμυρίων ευρώ. Μήπως να ζητούσαμε κάτι παραπάνω;

    Αλλά και γενικότερα, σε όλο το δυτικό κόσμο, πάλι κάτι ξέχασαν να πουν. Αποδεχόμενοι τον καπιταλισμό, συμφωνήσαμε ό,τι ο πιο έξυπνος και ο πιο ικανός θα αμείβετε περισσότερο για αυτά που παράγει, άρα θα έχει και μεγαλύτερη πρόσβαση σε καταναλωτικές δαπάνες. Με απλά λόγια θα περνάει τη ζωή του ευκολότερα. Στην Αγγλία ας πούμε πριν το 1980, ένας διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, κέρδιζε 10 φορές περισσότερα από έναν εργάτη. Όλα καλά(;) ως εδώ. Όμως το 2007 έφτασε να κερδίζει 100 φορές (0:35:13). Πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία, να ανοίξει τόσο η ψαλίδα;

    Επίσης, πότε συμφωνήσαμε ότι αυτό το υπερκέρδος που παράγεται ουσιαστικά από την κοινότητα (μιας που μια εταιρία είναι μέρος της κοινότητας) θα μπορεί ο ιδιοκτήτης να τα «φυλακίζει» σε μια τράπεζα και δεν θα τα επανεπενδύει για όφελος της κοινότητας; Ή ακόμη γελοιωδέστερα. Πότε συμφωνήσαμε ότι μπορεί ο αποθηκευμένος πλούτος κάποιου, να δημιουργεί διεστραμμένες υπεραξίες τύπου Roman Abramovich και Chelsea F.C.; Πότε συμφωνήσαμε δηλαδή ότι ένας μεγιστάνας όταν δεν ξέρει τι να κάνει τα λεφτά του (ή ψάχνει τρόπο για να τα ξεπλύνει) μπορεί να αγοράζει μια ποδοσφαιρική ομάδα και να πληρώνει ας πούμε έναν ποδοσφαιριστή, κάποια εκατομμύρια ευρώ;

    Πότε συμφωνήσαμε ότι ένα καινούριο φάρμακο είναι «προϊόν» όπως ακριβώς και ένα καινούριο ρούχο. Μπορεί δηλαδή να το έχει πατέντα μια εταιρεία για δεν ξέρω και εγώ πόσα χρόνια, και το κέρδος από αυτό να πηγαίνει στους μετόχους της εταιρείας, μονοπωλώντας ουσιαστικά την αγορά, μην επιτρέποντας σε αυτό το φάρμακο να είναι προσιτό για όλους;

    Πως μας έπεισαν ότι ο πλούτος δεν είναι κοινωνικό αγαθό αλλά ισχύει το «λεφτά μου είναι και ότι θέλω τα κάνω»; Πως μας έπεισαν ότι ο ποδοσφαιριστής δικαίως παίρνει αυτά τα υπέρογκα χρήματα, αφού «τα φέρνει πίσω από τους χορηγούς»; Λες και ο πραγματικός χορηγός δεν είμαι εγώ και εσύ που πληρώνουμε κάθε φορά την υπεραξία, μέσω της ανατίμησης του προϊόντος που αγοράζουμε στο σουπερμάρκετ.

    Μέχρι χθες τα κουτσοκαταφέρναμε ως κοινωνία, με τα «προβλήματα της καθημερινότητας». Τώρα όμως που το πρόβλημα είναι η ίδια η καθημερινότητα, ας μην φοβηθούμε να το πούμε, το μαγαζί δεν τη βγάζει με ένα βάψιμο και καινούρια χαλιά από το παζάρι. Κάποιοι λένε ότι θέλει γκρέμισμα. Εγώ πάντως επειδή είμαι συντηρητικό παιδί, καλής οικογένειας, μικροαστός, από αυτούς που οι επαναστάσεις και το αίμα τους φοβίζουν, λέω ότι αν το ίδιο το σύστημα δεν φροντίσει την αυτοσυντήρηση του, με μια γερή δόση δικαιοσύνης και αναδιανομής θα καταρρεύσει. Μερικοί από τους «όποιους υπευθύνους» θα τιμωρηθούν παραδειγματικά, αλλά το τίμημα θα είναι ότι εδώ θα μείνει ο πόνος των πολλών.

    Θα μου πεις πάντα έτσι δεν γινόταν, αυτή δεν ήταν πάντα η κατάληξη; Έτσι ήταν. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν και οι κοινωνίες κινούνται μια από εδώ και μια από εκεί. Πότε χειρότερες και πότε καλύτερες. Η βασική ουτοπία που καταλύθηκε σήμερα, είναι αυτή της συνεχούς ανάπτυξης, που ήθελε τις κοινωνίες να πηγαίνουν «πάντα προς τα μπρός».

    Καλώς ή κακώς έχω πάντα αυτή την γελοία ελπίδα, ότι εμείς θα είμαστε αλλιώς. Ότι για να «ισιώσει λίγο το σύστημα» δεν θα χρειαστεί να περάσουμε από καταστροφή όπως παλιά. Τι να πεις, ίσως κάποια πράγματα να μην αλλάζουν ποτέ.

    (Ίσως όμως και κάποια να αλλάζουν…)




© 2010 Κωνσταντίνος Κωστούρος, Designed by Digitalbox