Την προηγούμενη βδομάδα διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο του Όμηρου Δ. Τσάπαλου με τίτλο «Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης: Γιατί να κτιστεί αφού ήδη υπάρχει;» και παρακολούθησα με ενδιαφέρον μικρές συζητήσεις που ακολούθησαν στο Facebook. Εν πολύς ο συντάκτης αναρωτιέται γιατί η πολιτεία να μπει στην «περιπέτεια» της ανακατασκευής του παλιού εργοστασίου του Φιξ, ενώ υπάρχει ήδη ο χώρος του μουσείου Μπενάκη που θα μπορούσε να καλύψει την όποια ανάγκη για μουσείο σύγχρονης τέχνης. Οι συζητήσεις που παρακολούθησα είχαν να κάνουν πέραν της ουσίας του άρθρου, με την ιστορικότητα του κτιρίου του Φιξ ή ακόμα και με την αναγκαιότητα η μη ενός τέτοιου μουσείου σήμερα. Τώρα μάλιστα που η κρίση έχει οδηγήσει στην κατάρρευση του μοντέλου της ανάπτυξης, όπως αυτή τουλάχιστον την καταλαβαίναμε στο παρελθόν (ή μάλλον, υποθέτω ότι εκεί έχει οδηγήσει).
Από ότι καταλαβαίνω λοιπόν, ίσως να μην είναι αναγκαίο σήμερα ένα τέτοιο μουσείο. Ήταν αναγκαίο όμως στο παρελθόν; Τι εξυπηρετούσε; Μπορεί ας πούμε κάποια στιγμή στο μέλλον, κάτι ανάλογο να μας ξαναχρειαστεί;
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας δούμε «τι δουλειά κάνει» ένα μουσείο. Να τι λέει η Wikipedia στην ελληνική της έκδοση για τη λέξη Μουσείο:
{Με τον όρο Μουσείο εννοείται σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της ICOM (International Council of Museums) «ένα μόνιμο ίδρυμα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, που έχει ως έργο του τη συλλογή, τη μελέτη, τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση και την έκθεση τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος, με στόχο τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία».
Βάσει του σύγχρονου ορισμού τους τα μουσεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, τη δημιουργία ενός μόνιμου αρχείου για το πώς έζησαν οι άνθρωποι και τι πέτυχαν σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο. Η παγκοσμιοποίηση έχει διαφοροποιήσει σαφώς τον ρυθμό της αλλαγής του κόσμου μας και σε ένα βαθμό έχει συνδέσει πλέον το τοπικό, εθνικό στοιχείο με το παγκόσμιο. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο τα μουσεία είναι χώροι στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να εξερευνήσουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις εν τω μέσω καθολικών αληθειών. Εν ολίγοις, μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πώς διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος.}
Και με τα εκθέματα τι γίνεται; Τι βάζουμε μέσα στα μουσεία; Ας ξαναδούμε πάλι κάποιες φράσεις κλειδιά στον παραπάνω ορισμό της έννοιας του μουσείου, που ίσως μας βοηθήσουν:
«…τα μουσεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, τη δημιουργία ενός μόνιμου αρχείου για το πώς έζησαν οι άνθρωποι και τι πέτυχαν…»
«Εν ολίγοις, μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πώς διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος.»
Ας μην γελιόμαστε, τα σπουδαιότερα πράγματα από αυτά που βλέπουμε σήμερα στα μουσεία δεν φτιάχτηκαν με σκοπό να εκτίθενται εκεί. Ακόμα και τα έργα τέχνης φτιάχνονταν (και συνεχίζουν να φτιάχνονται υποθέτω) για να ικανοποιήσουν άλλες ανάγκες. Ούτε οι βυζαντινές εικόνες, ούτε οι Καρυάτιδες, ούτε οι πίνακες του Βαν Γκογκ φτιάχτηκαν για να μπουν σε μουσείο. Ο λόγος που βρίσκονται εκεί είναι γιατί το ιστορικό πλαίσιο που φτιάχτηκαν έχει παρέλθει. «Η γλώσσα» με την οποία το έργο έχει κατασκευαστεί «έχει ξεπεραστεί» και ο κώδικας που τα έργα θέλουν να επικοινωνήσουν κινδυνεύει να ξεχαστεί. Με λίγο περισσότερα λόγια, όταν ένας αγγειοπλάστης στην αρχαιότητα έφτιαχνε και ζωγράφιζε ένα αγγείο, δεν το έκανε προκειμένου να «παράγει τέχνη», το έφτιαχνε όμως με τέχνη και σκοπό να μπαίνει μέσα λάδι ή σιτάρι. Αντίστοιχα μια εικόνα φτιάχτηκε για να λατρεύεται στην εκκλησία και ένας πίνακας φτιάχτηκε για να διακοσμεί, να ψυχαγωγεί ή και να διδάσκει, συγκεκριμένους ανθρώπους, μιας συγκεκριμένης εποχής.
Έτσι και αλλιώς λοιπόν η λειτουργία ενός μουσείου ειδικά για τα έργα τέχνης είναι «ελαφρώς προβληματική», αφού αποκόπτει τα έργα από το ζωτικό τους πλαίσιο και τα εντάσσει σε κάτι άλλο, με αποτέλεσμα να χάνουμε ένα μέρος της «ουσίας» που φέρουν.
Γιατί λοιπόν υπάρχουν τότε τα μουσεία; Υπάρχουν, προκειμένου να διατηρούν και να διδάσκουν την εμπειρία του παρελθόντος. Δεν εκθέτουν έργα για να τα μιμηθούμε, αφού οι ανάγκες μας πια είναι διαφορετικές. Εκθέτουν για να μπορούμε να μάθουμε το «μέτρο της τελειότητας» και να προσπαθούμε να αναμετρηθούμε με αυτό.
Οι λόγοι τώρα που κάποιος διάλεξε να βάλει ένα έργο του Ρέμπραντ στο μουσείο και όχι το έργο κάποιου άλλου ζωγράφου εκείνης της εποχής, είναι αρκετά πολύπλοκοι και άπτονται πολλών παραμέτρων. Ο κυριότερος όμως είναι ότι οι κοινωνίες, μετά από αρκετά χρόνια και ζυμώσεις, το διάλεξαν μεταξύ άλλων, ως άριστο δείγμα της ανθρώπινης ευφυΐας και τεχνικής της εποχής. Ειδικά βέβαια για τον Ρέμπραντ (και ελάχιστες ακόμα περιπτώσεις) και για ένα ακόμα πιο σημαντικό λόγο. Γιατί οι ζωγραφιές του, πέρα από αντιπροσωπευτικές της εποχής του, είναι διαχρονικές. Καταφέρνουν δηλαδή να εκφράζουν και να αντανακλούν συνεχώς, κομμάτια της ανθρώπινης φύσης.
Είναι απλό, η τέχνη φτιάχνεται και «λειτουργεί» καλύτερα μέσα στη ζωή, στο πλαίσιο και στις κοινωνικές συνθήκες για τις οποίες είναι φτιαγμένη. Τα έργα «ανθίζουν» στο ζωτικό χώρο του ανθρώπου, στο σπίτι, στο δρόμο η «στη χειρότερη περίπτωση» σε μια γκαλερί, όπου και εκεί όμως, δεν εκτίθενται για να μείνουν. Η γκαλερί λειτουργεί ως ένας μεταβατικός χώρος προκειμένου το κοινό να μπορεί να τα γνωρίσει και να «σχετιστεί» μαζί τους.
Τι «δουλεία κάνει» λοιπόν ένα μουσείο «σύγχρονης τέχνης» και δη «εθνικό»; Θεωρητικά ένα τέτοιο μουσείο είναι αφιερωμένο στην ανάδειξη και προβολή της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως αυτά επιλέγονται από ένα κρατικό φορέα ο οποίος αντιπροσωπεύει το «έθνος (;)».
Και εδώ έχουμε την πρώτη μεγάλη παρανόηση. Αν μιλήσουμε για τα εικαστικά έργα που φτιάχνονται ειδικά μετά από παραγγελία των εν λόγω μουσείων, τι ακριβώς «φέρουν» αν φτιάχνονται χωρίς να είναι απαιτητό «να λειτουργούν στην πραγματική ζωή»; Αν πρωταρχικός σκοπός αυτών των έργων είναι η έκθεση και η παραμονή σε ένα μουσείο, ένα οίκημα που όπως είδαμε και παραπάνω είναι μια «κατασκευή ανάγκης» και διατήρησης ετεροτήτων;
Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Τα μουσεία σύγχρονης τέχνης (αν δεν κάνω λάθος) είναι μια επινόηση του 20ου αιώνα. Τι είδος μουσεία είναι αυτά που συλλέγουν καλλιτεχνήματα που δεν έχουν περάσει το τεστ του χρόνου; Καλλιτεχνήματα που δεν προήρθαν από τη «νομιμοποίηση» της κοινωνικής συνείδησης αλλά επιλέχτηκαν από τους εκάστοτε «ειδικούς» πριν από μας για μας, ώστε να έχουν θέση σε ένα κτήριο που φέρει την ονομασία «μουσείο» και θεωρητικά τουλάχιστον φιλοξενεί μέσα του, το ανθρώπινο μέτρο της τελειότητας;
Και αν συμφωνήσουμε ότι διάφοροι ιδιώτες και οργανισμοί μπορούν (και πρέπει να μπορούν, γιατί όχι) να εκθέτουν το «γούστο» τους φτιάχνοντας δικά τους ιδρύματα, γιατί ένα τέτοιο μουσείο πρέπει να είναι «εθνικό»; Αν το «εθνικό» σημαίνει το συλλογικό μας εγώ, ποιος είναι αυτός που μας δείχνει τι είναι τέχνη πριν εμείς καν προλάβουμε να το εμπεδώσουμε στην συλλογική μας συνείδηση; Με ποιο δικαίωμα κάποιος αναλαμβάνει να κάνει «πολιτική», να επιλέξει δηλαδή τι είναι τέχνη σήμερα και τι όχι, φορώντας το δικό μας συλλογικό μανδύα; Πόσο μάλλον που το εθνικό είναι κάτι διαφορετικό από το κρατικό, μιας που δεν περιλαμβάνει μόνο εμάς που ζούμε σε αυτό το κράτος αλλά φιλοδοξεί να αντιπροσωπεύσει όλους τους ομοεθνείς μας ανά την υφήλιο!
Στα δικά μου μάτια αυτό είναι μια προφανής έλλειψη μέτρου.
Συνήθως βέβαια, διάφοροι κρατικοί οργανισμοί ανά τον κόσμο επιλέγουν όποιους αυτοί θεωρούν άριστους σήμερα (με ότι ενστάσεις θεμιτές ή αθέμιτες προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία) προκειμένου να τους βοηθήσουν να επικοινωνήσουν το έργο τους. Έτσι, το κράτος επιχορηγεί θεατρικές παραστάσεις, συμμετοχές σε μπιενάλε ή την κατασκευή μεγάλων εικαστικών έργων (κατασκευές ή περιβάλλοντα) που από τη φύση τους δεν μπορούν να ενταχθούν μόνιμα στο χώρο που ζει ο άνθρωπος. Η όλη αυτή διαδικασία έχει σκοπό να μπορούν οι όποιοι εκλεκτοί, να μπουν με καλύτερους όρους στο τεστ της κοινωνίας. Είναι όμως τελείως διαφορετικό το κράτος να επιδοτεί τη δημιουργία από το να δημιουργούνται δημόσια ιδρύματα που «δημιουργούν και φιλοξενούν άριστους και άριστα έργα του σήμερα».
Νομίζω κάπου το έχω ξαναγράψει αλλά πιστεύω ότι αξίζει να διατυπωθεί ξανά. Αυτό που συμβαίνει περίπου από τον 20ο αιώνα και μετά είναι πρωτοφανές στην ανθρώπινη ιστορία. Μέχρι τότε, το καλλιτεχνικό έργο ήταν η έκφραση του «συλλογικού εγώ» της κοινωνίας. Ακόμα και οι πρωτοπορίες του μοντερνισμού, οι διάφοροι «ισμοί» (ιμπρεσιονισμός, εξπρεσιονισμός κ.τ.λ.) πέρασαν σταδιακά από την «απαξίωση των ειδικών» στην ταυτόχρονη κοινωνική και «θεσμική» δικαίωση. Όμως από τότε και μετά, για πρώτη φορά, η πρωτοπορία «συλλέγεται» εν τη γενέσει της, από μεγάλους ιδιώτες συλλέκτες και ιδρύματα, και με τη σύμπραξη των εκάστοτε κρατικών δομών, αναβαπτίζεται ως η καίρια τέχνη της εποχής και σερβίρεται στην κοινωνία ως «αυτό που πρέπει να είναι», ως το μέτρο που ο κόσμος πρέπει να ακολουθήσει.
Αναρωτιέμαι αν έχουμε ανάγκη από κάτι τέτοιο.

Η Kate Moss πριν το Photoshop, μετά το Photoshop και ως έργο τέχνης του Marc Quinn (που μας τελείωσε).
Διάβασα πρόσφατα αυτό το άρθρο του Jonathan Jones στον Guardian. Απ’ ότι είδα δεν είναι καινούριο, δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2009 και έχει τίτλο «Η τέχνη όπως την ξέρουμε έχει τελειώσει». Εκεί, ο καλός αρθογράφος, αναφέρει:
“Ο κόσμος από το 1980 και μετά έχει σταματήσει να πιστεύει σε αυτό το πράγμα που λέγετε πραγματικότητα. Τα χρήματα απελευθερώθηκαν από κάθε είδους δεδομένα. Η τέχνη έγινε ο απατηλός τους καθρέπτης.”
“Η τέχνη (σ.σ. αναφέρεται στην εποχή από το 1980 ως τη συγγραφή του άρθρου) είναι χαρά, είναι γέλιο, είναι διασκέδαση, είναι θεαματική είναι cool… η τέχνη τώρα φιλοδοξεί να γίνει όλα αυτά που ουσιαστικά χαρακτηρίζουν τη μόδα.”
“Η επιτυχία της είναι πλήρως δεσμευμένη με τον ίδιο μύθο που προστάζει ότι όλα γίνονται και ενέπνευσε τις τράπεζες να μας οδηγήσουν σε ένα παραπλανητικό κόσμο.”
Και τελειώνει το άρθρο λέγοντας:
“Προσπάθησα να αντισταθώ σε αυτό το γεγονός για μερικούς μήνες αλλά έδωσα τέλος στις αυταπάτες. Η τέχνη όπως την ξέρουμε τελείωσε. Έρχεται η ώρα που θα αποκαλυφθεί ότι δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά το ντεκόρ μιας εποχής, εμπορικής τρέλας”
Όλα καλά, μια μικρή λεπτομέρεια μόνο! «Αυτό που ξέραμε» δεν ήταν τέχνη για τον απλό λόγο ότι, αν κάτι είναι τέχνη προφανώς «δεν τελειώνει ποτέ». Μπορεί να είναι διασκέδαση, ψυχαγωγία ή οτιδήποτε άλλο, αλλά τέχνη δεν είναι. Σε αντίθεση με τα «Δρακουλίνια», η τέχνη δεν έχει ημερομηνία λήξεως, είναι κάτι παραπάνω «από ένα παιχνιδάκι». Αν κάτι είναι τέχνη σήμερα, θα είναι τέχνη για πάντα. Το να λες λοιπόν «η τέχνη όπως την ξέραμε», κρύβει κάτι ουσιώδες, την άρνηση να παραδεχθείς το παραπάνω αυτονόητο. Ότι αυτό δηλαδή που διαφημίζονταν μέχρι σήμερα ως τέχνη, απλά δεν ήταν τέτοιο.
Επίσης κάτι άλλο δεν πιάνω εδώ. Τι είναι αυτό που ορίζει ο Jones ως πραγματικότητα που την έχουμε χάσει; Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ τόσα χρήματα που να μου έχουν διαμορφώσει αυταπάτες για τις δυνατότητες μου στη ζωή, και μεταξύ μας, δεν ξέρω και πολλούς τέτοιους. Ποιος λοιπόν έφτιαξε αυτό το δημιούργημα και προσπάθησε να με κάνει να πιστέψω ότι αυτό ήταν τέχνη, (που τώρα μάλιστα τελείωσε); Ποιος προσπάθησε να με διδάξει τόσα χρόνια ότι «η τέχνη είναι χαρά, είναι γέλιο, είναι διασκέδαση, είναι θεαματική είναι cool»; Σε ποιους απευθυνόταν αυτού του είδους η τέχνη, και αν απευθύνονταν στους «παραπλανημένους» από τη φούσκα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, γιατί πέρασε στα μεγαλύτερα μουσεία και δεν έμεινε σε κλειστό κύκλο μεγαλοαστικών γκαλερί;
Αυτό που έχει τελειώσει (ή τελειώνει οσονούπω) είναι η εποχή του μεταμοντερνισμού. Αν βέβαια ως μεταμοντερνισμό (μεταξύ πολλών άλλων) ορίσουμε την εποχή του ατομικισμού, της απόλυτης σχετικοποίησης των νοημάτων και της επιβολής από πάνω προς τα κάτω αισθητικών και αξιών. Αυτό που στην πραγματικότητα τελειώνει είναι η εποχή που μπορούσαμε να ονομάζουμε οτιδήποτε τέχνη. Ο αρθογράφος όμως δεν το αναφέρει.
Φοβάμαι ότι δεν το κάνει, όχι επειδή δεν το καταλαβαίνει, αλλά γιατί αν το έκανε, θα αναγκαζόταν να γίνει ιδιαίτερα δυσάρεστος. Στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, δεν θέλει να θίξει αυτούς που επιθυμούν να διατηρήσουν το δικαίωμα τους (και στον καινούριο κόσμο που φτιάχνεται), να ονομάζουν το οτιδήποτε τέχνη, χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσουν να ορίσουν το γιατί. Κυρίως όμως γιατί έτσι, δεν θα αναγκαστεί να θέσει προ των ευθηνών τους αυτούς που όλα αυτά τα χρόνια μας παρουσίαζαν κάτι ως τέχνη, ενώ δεν ήταν.
Είναι λίγο σαν τον κόσμο της πολιτικής που ζούμε σήμερα. Οι ίδιοι άνθρωποι που μας οδήγησαν εδώ, μας λένε ότι «αυτό ήταν ένα λάθος» και παρόλα αυτά, οι ίδιοι πάλι (θέλουμε δεν θέλουμε) προσπαθούν να μας οδηγήσουν «στο νέο σωστό». Βλέπεις, δεν έφταιγαν αυτοί, αλλά το μοντέλο. Λες και αυτό είναι κάτι άυλο, χωρίς φυσικούς δημιουργούς και υπηρέτες.
Μήπως θα έπρεπε λοιπόν αυτοί που δημιούργησαν και υπηρέτησαν αυτό το μοντέλο «που τελείωσε», να μας αδειάζουν σιγά σιγά την γωνιά; Και αν αυτό είναι υπέρμετρα σκληρό, μήπως να κάνουν την αυτοκριτική τους και να προσπαθήσουν πάλι; Όχι πια ως ηγέτες, αλλά ως ακόλουθοι.
Συνήθως έχω ανάμικτα συναισθήματα όσο έχει να κάνει με ότι φτιάχνω ή ζωγραφίζω. Λίγο μικρότερες αμφιβολίες νιώθω όταν πρόκειται για τα γραπτά μου. Όχι επειδή είναι καλύτερα, το αντίθετο. Είναι επειδή πιστεύω ότι αυτά είναι πιο εφήμερα και μικρότερης για εμένα σημασίας από ότι το όποιο «εικαστικό μου έργο». Τώρα που γράφω πάντως, νιώθω δικαιωμένος για κάποιες πικρές σκέψεις που κάνω χρόνια τώρα (τις «καλές εποχές» λέμε, πριν το 2009) και πρόλαβα να τις αποτυπώσω σε δύο κείμενα πριν ένα χρόνο.
Θα τα βρεις αν θες εδώ και εδώ.
Είναι αρκετά πιο στοχευμένα από το σημερινό, αλλά δεν έχει να κάνει με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται, καμία κακία ή πικρία. Έχει να κάνει με ότι αυτό συμβολίζει, την «τέχνη που τελείωσε». Όλα εξάλλου είναι σχετικά η μήπως δεν είναι;
Θυμήθηκα αυτό το έργο που έφτιαξα τον χειμώνα του 2003-2004. Δυστυχώς το μόνο που μου έχει μείνει, είναι αυτή η μέτρια φωτογραφία. Ήταν ο χειμώνας πριν «το καλοκαίρι της Ελλάδας». Ξέρεις, τότε που «ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας», τότε που το «χυδαίο καταναλωτικό πρότυπο μας είχε αλλοιώσει» και που «ξοδεύαμε περισσότερα από αυτά που παράγαμε». Τότε που δεν μας απασχολούσε «πού είναι οι άνθρωποι του πνεύματος» και «παίρναμε διακοποδάνεια, ξοδεύοντας χωρίς να υπάρχει αύριο».
Θυμάμαι «τη χρυσή εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτή». Ήταν τότε που ζούσα σε ένα σπίτι που φούσκωνε κάθε τόσο από την υγρασία και εγώ το έβαφα κάθε έξι μήνες λες και ήταν καράβι, για να την καλύψω. Τότε που οδηγούσα ένα γιαπωνέζικο αυτοκίνητο του 1989 και η μητέρα μου πράγματι είχε πάρει διακοποδάνειο, όχι για να πάμε κάπου, αλλά για να καλύψει τις ανάγκες του σπιτιού. Βλέπεις, πίστευε ότι μας άξιζε να ζούμε με ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, να έχουμε δηλαδή λεφτά για σουπερμάρκετ και το λογαριασμό του τηλεφώνου.
Τότε ονόμασα αυτό το έργο «Εθνική εορτή». Έτσι τις έβλεπα από τότε τις παρελάσεις και τις σημαίες. Έτσι έβλεπα το θαύμα της ανάπτυξης και τη διαβεβαίωση από τα ΜΜΕ ότι η χώρα (παρά τα σκάνδαλα της εποχής) όσο αφορά τα νούμερα της ανάπτυξης τουλάχιστον, πάει μπροστά. Και όπως αυτάρεσκα γράφουν οι δημοσιογράφοι όταν αναδημοσιεύουν ένα παλιότερο κείμενο τους, δεν θα άλλαζα σήμερα ούτε πινελιά.
Αργότερα βέβαια, το 2006 αγοράσαμε με την καλή μου, ένα ακριβό αυτοκίνητο. Βλέπεις πιστεύαμε ότι δυο νέοι άνθρωποι, με δυο μισθούς χωρίς παιδιά και αφού συμφωνήσαμε ότι τα επόμενα τρία χρόνια δεν θα μας ένοιαζε να ζούμε στο «καράβι», δικαιούμασταν μια εξτραβαγκάντσα. Σκεφτήκαμε ότι αφού την πληρώναμε με την δουλειά μας και κόβαμε από κάτι, που κάποιος άλλος θα θεωρούσε βασικότερη ανάγκη, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Βέβαια εγώ είχα ένα μικρό ψυχολογικό, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο πίστευα ότι δεν αξίζαμε τέτοια πολυτέλεια.
Ο καιρός πέρασε. Σήμερα έχω ακόμα το ίδιο αυτοκίνητο και πριν από τρία χρόνια με αφορμή την γέννηση της κόρης μας πίστεψα ότι διακαιόμουν μια ακόμα υπερβολή, ένα διαμέρισμα σαράντα ετών αγορασμένο με δάνειο διάρκειας άλλων τόσων χρόνων, που ανακαίνισα (και) με τα χέρια μου. Ένα σπίτι που θα είχε ένα ακόμα δωμάτιο και δεν θα χρειαζόταν βάψιμο κάθε τρεις και λίγο.
Το τότε ψυχολογικό μπέρδεμα με το αυτοκίνητο ευτυχώς με βοήθησαν να το λύσω τελευταία οι πολιτικοί αναλυτές της εποχής μας τώρα «που η φούσκα έσπασε». Κατάλαβα το λάθος μου, προφανώς ζω πάνω από τις δυνάμεις μου και τόση ευτυχία δεν την αξίζω. Με παρέσυρε βλέπεις η καταναλωτική δύνη.
Πρέπει να αλλάξω. Πρέπει να μάθω «να απλώνω τα πόδια μου μέχρι εκεί που το πάπλωμα μου φτάνει». Θα το κάνω, αρχίζοντας από τώρα.
Συγνώμη λοιπόν κοινωνία, συγνώμη πολιτεία, συγνώμη πολιτικοοικονομικό σύστημα, συγνώμη για τις υπερβολές μου. Συγνώμη που δεν κατάλαβα, συγνώμη που πάτωσα στην έκθεση με θέμα την αποταμίευση, συγνώμη που δεν πανηγύρισα στους δρόμους τα γκολ του Euro 2004, συγνώμη που δεν πάω στις παρελάσεις, που δεν έχω σημαία στο μπαλκόνι, που ζωγραφίζω τέτοια έργα και που ψάχνω ακόμα το «εθνικό» έξω από τα γαλανόλευκα πανιά και το τρίποντο του Διαμαντίδη.
Διάβολε, έχω πολύ δουλειά να κάνω…

Jacques Louis David "Ο Θάνατος του Μαρά" (1793) - Paul Jacques Aimé Baudry "Charlotte Corday" (1860)
Λίγο πριν το καλοκαίρι, η καλή μου είχε δει στο δρόμο μια γνωστή της· μια αρκετά ευκατάστατη κυρία, που η οικογένεια της διατηρούσε και περιουσία στο εξωτερικό. Ήταν πνιγμένη από το άγχος, δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια, όπως έλεγε, από την αγωνία για την κρίση. Όλα αυτά που άκουγε και έβλεπε γύρω της την τρέλαιναν. Το ότι είχε ακόμα περιουσία και ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να «αποδράσει» δεν φαινόταν να την παρηγορεί καθόλου.
Ακούγοντας την παραπάνω διήγηση, θυμήθηκα ένα περιστατικό, πάνω από δέκα χρόνια πριν. Είχα πάει σε μια έκθεση σύγχρονής τέχνης που με έκανε να νιώσω πρωτόγνωρα. Περιεργαζόμουν τα έργα χωρίς να βρίσκω κάτι που να με συναρπάζει, όμως δεν θα έλεγα ότι έμενα και απαθής. Εκεί που τελείωνα την βόλτα μου, εμφανίστηκε ένας παλιός καθηγητής μου στην Σχολή Καλών Τεχνών και, με αυτή την ευκαιρία, ο επιμελητής της έκθεσης αποφάσισε να μας ξεναγήσει. Η αλήθεια είναι ότι η διήγηση του μας βοήθησε να μπούμε περισσότερο στο κλίμα και μάλιστα κάποια λεγόμενα του αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον μου και με έκαναν να δω τα έργα με άλλα μάτια. Ακόμα έχω στο νου ένα μεγάλο ολόσωμο σχέδιο, φτιαγμένο με στυλό. Αρχικά με είχε αφήσει μάλλον αδιάφορο, μέχρι την στιγμή που ο επιμελητής ανέφερε ότι ήταν το πορτραίτο μιας κοπέλας, διάσημης στην Αμερική για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει όταν ήταν έφηβη. Η διήγηση με έκανε να προσέξω περισσότερο το έργο και μέχρι σήμερα το θυμάμαι.
Αυτό που με τους όρους της σύγχρονης τέχνης μάθαμε ως «πλαισίωση του έργου», στην σημερινή τέχνη είναι σχεδόν απαραίτητο για να μπορεί το έργο να υπάρχει. Ιστορία της τέχνης, εξηγήσεις και αφηγήσεις για το υπόβαθρο των έργων και των καλλιτεχνών πάντα υπήρχαν. Ποτέ όμως δεν ήταν δομικό τους στοιχείο όπως σήμερα. Ο θάνατος του Μαρά από τον Νταβίντ είναι εξαιρετική ζωγραφική και ας αγνοεί κανείς ποιο είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται. Το σχέδιο που είχα δει στην έκθεση που προανέφερα «πεθαίνει», χωρίς την ιστορία από πίσω του.
Για την συγκίνηση που ένα εικαστικό έργο έχει να προσφέρει σπάνια ακούω. Για το τι θέλει να πει και πόσο καταξιωμένος είναι ο δημιουργός του ακούω πολλά. Η δημοφιλία (κυρίως των εικαστικών έργων) τα τελευταία χρόνια στηρίζεται περισσότερο στο τι λέγεται και τι γράφεται για αυτό, παρά στην συγκίνηση που αυτό προκαλεί.
Η τέχνη πολλές φορές προηγείται της ζωής και νομίζω ότι αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι την ίδια τη ζωή όχι ως βίωμα. αλλά ως ριάλιτι. Το κλισέ που λέει ότι πολλοί από μας ζούμε την ζωή από την οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και όχι όπως «πραγματικά είναι», αποτελεί μία μόνο έκφανση (και μάλιστα την ποιο πρόσφατη) της αλλαγής που έχει επέλθει στην ύπαρξη μας. Γνήσια παιδιά των μίντια εδώ και δεκαετίες, ικανοποιούμαστε περισσότερο παρακολουθώντας και μαθαίνοντας για τα πράγματα, παρά βιώνοντας τα· σε όλα τα επίπεδα.
Σκέφτομαι ένα ακόμα πιο ευτελές παράδειγμα. Το ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου είναι εδώ και καιρό στην NOVA, για να το δεις πρέπει να πληρώσεις και ελάχιστοι μπορούν ή θέλουν να το κάνουν. Λογικό – η ποιότητα του είναι τόσο μέτρια που ελάχιστους απασχολεί το τι πραγματικά βλέπουν και ακόμη λιγότεροι πηγαίνουν στα γήπεδα. Και όμως, τα αθλητικά ραδιόφωνα ανθούν, οι ακροαματικότητες είναι υψηλές και στις παρέες συζητάμε για αυτό. Όχι για το τι βλέπουμε στα 90 λεπτά, αλλά για τα γύρω – γύρω, για τις μεταγραφές, τους ψίθυρους των αποδυτηρίων, τα στημένα και το στοίχημα. Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μπορεί κανείς να μάθει τα πάντα (γύρω από) αυτό!
Γυρίζοντας στην πλούσια κυρία, διαπιστώνει κανείς ότι, ενώ την κρίση την βλέπουμε όλοι αλλά την ζούμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο καθένας ξεχωριστά, η κατάθλιψη δείχνει να είναι ισομερής και ενιαία!
Όταν δίδασκα σε σχολές ζωγραφικής και επέμενα για ζωγραφική από το φυσικό, με ρωτούσαν: «Τι κακό έχει να ζωγραφίζεις από φωτογραφία;» Απαντούσα ότι δεν υπάρχει τίποτα «κακό», απλά υπάρχει το εξής πρόβλημα: όταν έχουμε μια φωτογραφία μπροστά μας, οι πληροφορίες που παίρνουμε προκειμένου να φτιάξουμε το δικό μας ζωγραφικό έργο είναι περιορισμένες. Δηλαδή πριν από εμάς (και για εμάς), ο φωτογράφος και ο φωτογραφικός φακός έχουν επιλέξει και έχουν αποκρυσταλλώσει μόνο μερικά στοιχεία από το προς απεικόνιση αντικείμενο. Ενώ, όταν έχουμε μπροστά μας το ίδιο το αντικείμενο, μπορούμε εμείς να εμπνευστούμε από το πλήθος των στοιχείων που αυτό μας προσφέρει και να δράσουμε ανάλογα.
Κάπως έτσι!
Ξέρεις, αυτό το παραμύθι δεν θα κρατήσει για πάρα πολύ. Είναι σαν την ιστορία με τα ρούχα του βασιλιά. Δεν λέω πως ο βασιλιάς είναι απαραίτητα γυμνός. Ίσως, απλά να φοράει άλλα ρούχα από αυτά που έχουμε επιτρέψει να μας παρουσιάζουν κάθε φορά. Και αυτό, αργά ή γρήγορα, θα φανεί.
Δεν έχεις παρά να χρησιμοποιήσεις τα δικά σου μάτια.
——————————————————————————————————————————————————
* Στην φωτογραφία βλέπουμε αριστερά τον πίνακα του David, «Ο Θάνατος του Μαρά» και δεξιά τον πίνακα του Baudry, «Charlotte Corday». Η Charlotte Corday ήταν η γυναίκα που σκότωσε το Μαρά. Στον πίνακα του David, ο Μαρά είναι ο ήρωας που πέφτει από τα χέρια της στυγνής δολοφόνου και δεν αξίζει καν να είναι στο κάδρο, ενώ στον πίνακα του Baudry, (αρκετά χρόνια αργότερα) η Corday είναι η ατρόμητη αγωνίστρια που δολοφονεί τον διεφθαρμένο αχρείο.
Όπως το δει κανείς…
Αν είσαι γύρω στα 35 και έχεις την ελάχιστη επαφή με τη βρετανική μουσική σκηνή, είναι σχεδόν απίθανο να μην έχεις ακούσει αυτό το τραγούδι. Το Common people των Pulp ήταν μεγάλη επιτυχία στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Την ίδια περίπου εποχή, ανθούσαν και οι ΥΒAs, οι Νέοι Βρετανοί Καλλιτέχνες, το πιο ζωντανό και ίσως το τελευταίο ενιαίο κίνημα της μεταμοντέρνας εποχής. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, το πιο διάσημο παιδί του κινήματος, ο Damien Hirst, κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα, στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Δεν έχω δει την έκθεση και πιθανότατα δεν θα είμαι στην Θεσσαλονίκη αυτή την εποχή. Τις προάλλες είδα και τη σχετική εκπομπή της Κατερίνας Ζαχαροπούλου «Η εποχή των εικόνων» στην ΕΤ1. Αρκετές και ενδιαφέρουσες οι αναλύσεις για τον καλλιτέχνη, η μορφή, το έργο, το νόημα, η αγωνία του δημιουργού για το θάνατο, η πρόκληση, τα χρήματα, η διασημότητα, η προώθηση του από τον Charles Saatchi και άλλα πολλά.
Θυμήθηκα τους Pulp. Οι στίχοι του Common people γυρνούσαν συνεχώς στο μυαλό μου, κάνοντας με να γουργουρίζω μάλλον προβληματισμένος. Αν δεν ξέρεις καλά αγγλικά θα κάνω μια προσπάθεια για μια πρόχειρη μετάφραση:
«Ήρθε από την Ελλάδα, διψούσε για γνώση.
Σπούδασε γλυπτική στο Κολέγιο Saint Martin’s, εκεί είναι που τράβηξα το βλέμμα της.
Μου είπε ότι ο μπαμπάς της ήταν «φορτωμένος» (Σ.Σ. πλούσιος).
Είπα, σε αυτή την περίπτωση, θα πάρω ένα ρούμι με κόκα κόλα.
Είπε εντάξει και σε τριάντα δευτερόλεπτα μου είπε, θέλω να ζήσω σαν τους κοινούς ανθρώπους.
Θέλω να κάνω ό, τι κάνουν οι κοινοί άνθρωποι, θέλω να κοιμάμαι με κοινούς ανθρώπους.
Θέλω να κοιμάμαι με κοινούς ανθρώπους σαν εσένα.
Λοιπόν τί άλλο θα μπορούσα να κάνω; Είπα, θα δω τι μπορώ να κάνω.
Την πήγα σε ένα σούπερ μάρκετ.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω, γι ‘αυτό άρχισα από εκεί.
Είπα, προσποιήσου ότι δεν έχεις καθόλου χρήματα, αυτή απλά γέλασε και είπε , αχ είσαι τόσο αστείος!
Είπα, ναι; Δεν βλέπω κανέναν άλλο να χαμογελά εδώ πέρα.
Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να ζήσεις σαν κοινός άνθρωπος;
Να δεις ότι βλέπουν οι κοινοί άνθρωποι; Θέλεις να κοιμηθείς με κοινούς ανθρώπους,
θέλεις να κοιμηθείς με κοινούς ανθρώπους σαν κι εμένα?
Αλλά δεν κατάλαβε, μόνο χαμογέλασε και μου κράτησε το χέρι.
Νοίκιασε ένα διαμέρισμα πάνω από ένα κατάστημα, έκοψε τα μαλλιά της και έπιασε δουλειά.
Κάπνισε μερικά τσιγάρα, παίξε λίγο μπιλιάρδο, προσποιήσου ότι ποτέ δεν πήγες σχολείο.
Αλλά ακόμα και τότε, δεν πρόκειται να το κάνεις σωστά.
Γιατί όταν είσαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι σου τη νύχτα, παρακολουθώντας τις κατσαρίδες να ανεβαίνουν στον τοίχο, αν καλέσεις το μπαμπά σου, μπορείς να τα σταματήσεις όλα.
Ποτέ δε θα κάνεις ό, τι κάνουμε οι κοινοί άνθρωποι.
Ποτέ δεν θα αποτύχεις, όπως οι κοινοί άνθρωποι.
Ποτέ δεν θα δεις τη ζωή σου να γλιστρά εκτός πεδίου, να χορεύεις, να πίνεις, να πηδιέσαι, επειδή δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις.
Τραγούδα μαζί με τους κοινούς ανθρώπους, τραγούδα μαζί τους και ίσως μπορέσεις να καταλάβεις.
Γέλα μαζί με τους κοινούς ανθρώπους.
Γέλα μαζί τους, ακόμα κι όταν αυτοί γελούν μαζί σου και με τις βλακείες που κάνεις.
Μιας που νομίζεις ότι η φτώχια είναι κουλ.
Θέλω να ζήσω με τους κοινούς ανθρώπους…»
Αυτό ήταν οι YBAs, η εκδίκηση και ο εκφυλισμός των «κοινών ανθρώπων» Η Tracey Emin τους πέταξε στα μούτρα το κρεβάτι της, άστρωτο, γεμάτο αποτσίγαρα και ποτά και αυτοί το αναγόρευσαν σε τέχνη! Ναι, αυτοί που θέλουν αν ζήσουν σαν «κοινοί άνθρωποι». Οι μεγαλοσυλλέκτες και οι φιλότεχνοι. Το art crowd, ο περιοδεύων θίασος των μεγάλων εικαστικών διοργανώσεων. Ο Damien Hirst πουλάει υπαρξισμό (σε pop – shock culture περιτύλιγμα) βγάζοντας τη γλώσσα έξω (σαράντα πέντε χρονών μαντράχαλος…) κι εκείνοι τρέχουν να αγοράσουν. Νομίζουν ότι οι YBAs ήταν πράγματι “common people” κι ότι αυτό είναι το καταστάλαγμα της «κατάστασης» και των «βαθύτερων προβληματισμών» των απλών ανθρώπων.
Θυμάμαι σε μια συνέντευξη παλιότερα στο ΒΗΜΑ o Hirst είχε πει: «Ορισμένες φορές, για να μάθεις πού είναι τα όρια, πρέπει να τα υπερβείς. Εγώ τουλάχιστον ήθελα να φθάσω στο σημείο της φρίκης. Να φθάσω να νιώσω τη φρίκη. Να φθάσω να νιώσω τη δυσκολία. Να φθάσω να νιώσω οτιδήποτε, τέλος πάντων».
Λυπάμαι…
Οι κοινοί άνθρωποι δεν έχουν πρόβλημα να «νιώσουν». Σπανίως φτάνουν εκεί που οι Pulp λένε: «Ποτέ δεν θα δεις τη ζωή σου να γλιστρά εκτός πεδίου, να χορεύεις, να πίνεις, να πηδιέσαι επειδή δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις». Στο κρεβάτι τους δεν θα δεις συχνά πεταμένα μπουκάλια βότκας σαν της Tracey Emin. Έχουν χίλια κακά, κάποιοι τα βγάζουν πέρα όντως δύσκολα κάποιοι τα καταφέρνουν μια χαρά με τα οικονομικά τους αλλά νιώθουν! Προσπαθούν, απογοητεύονται, κάνουν παιδιά, παντρεύονται, χωρίζουν, ψήνουν μπριζόλες το σαββατοκύριακο. Μπορεί να μην είναι σπουδαία αλλά αυτά κάνουν. Μπορεί να θέλουν να νιώσουν περισσότερα αλλά κυρίως θέλουν να νιώσουν βαθύτερα. Τα άλλα, είναι τα απόνερα των απλών ανθρώπων, δεν τους χαρακτηρίζουν.
Η ιστορία γράφεται από τους ισχυρούς και αυτό θα γίνει και σε αυτή την περίπτωση. Λογικά αυτά τα ονόματα θα μείνουν στην ιστορία της τέχνης. Θες επειδή όντως κάτι έχουν να πουν, θες επειδή επιλέχτηκαν, θες επειδή από τον 20ο αιώνα και μετά, τέχνη καλείται αυτό που όλο και λιγότεροι επιλέγουν ως τέτοιο; Είναι τρομερά αστείο όμως. Έχω την αίσθηση ότι αυτοί που κυρίως ασχολούνται με την τέχνη σήμερα είναι σαν την κοπέλα που περιγράφουν οι Pulp. Σπουδαγμένη στο Saint’ Martin’s College, θέλει να γίνει σαν τους απλούς ανθρώπους. Ένας τρόπος είναι και επιλέγοντας τέχνη.
Τώρα θα μου πεις, τόσα εκατομμύρια επισκέψεις στα μουσεία, τόση άνθηση της σύγχρονης τέχνης, δεν λέει κάτι για την αποδοχή του εν λόγω καλλιτεχνικού φαινομένου? Τόση και πολύ περισσότερη άνθηση της trash TV, των ριάλιτι, της gangster rap στην Αμερική και των Μπουζουκιών στην Ελλάδα, να δεις τι λέει! Προφανώς αυτά τα δεν συσχετίζονται, αλλά η αποδοχή δεν είναι τα πάντα.
Δεν πειράζει, μια χαρά είναι όλα αυτά για τους “wannabe common people”, τους «καταραμένους καλλιτέχνες» τους «φιλότεχνους» και όσους άλλους ενδιαφέρονται. Τί έχει όμως όλο αυτό να προσφέρει στους άλλους, τους πολλούς, τους πραγματικούς «κοινούς ανθρώπους»? Φοβάμαι όχι πολλά.
Εμένα πάντως λίγο με ενδιαφέρει το art crowd, αν είναι κάτι που θα ήθελα να πω, κάτι να προφέρω, είναι στους άλλους, τους πολλούς, στους “common people”.
Αυτό το τελευταίο θα το επαναλαμβάνω από μέσα μου, κάθε μέρα σαν προσευχή. Πού ξέρεις, αν το λέω συνέχεια, πάλι και πάλι, ίσως και να το πιστέψω…
Εκτός από γραπτά έχει και προφορικά! Την Παρασκευή 13 Μαΐου, οργανώνουμε μια ομιλία – ανοιχτή συζήτηση, για την τέχνη και τη ζωή. Επειδή δεν σκοπεύω να ασκηθώ στην ρητορική ελπίζω να συναντηθούμε και να τα πούμε από κοντά!
Περισσότερες πληροφορίες παρακάτω:
Αλήθεια, τι σημαίνει η λέξη «μεταμοντερνισμός»; Ποια η διαφορά της «μοντέρνας» από τη «σύγχρονη τέχνη»; Κατά πόσο έχει αλλάξει η φύση της ίδιας της τέχνης και κατά πόσο ο τρόπος που εμείς τη βλέπουμε σήμερα; Τι είναι όλα αυτά τα ακατανόητα μεγάλα κατασκευάσματα που βλέπουμε στα μουσεία σύγχρονης τέχνης; Τι σχέση έχει η τέχνη των γκαλερί με την δική μας αισθητική; Τι ρόλο έχει παίξει το βίντεο και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής στην οπτική μας; Εν τέλει είμαστε όλοι εν δυνάμει καλλιτέχνες και ποια είναι αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα που αλληλεπιδρούν με την υπάρχουσα εικαστική πραγματικότητα;
Μια διάλεξη – ζωντανή επικοινωνία με το κοινό, που δανείζεται τον τίτλο της, από την επιτηδευμένη απλότητα, της παγκοσμίως γνωστής σειράς βιβλίων «….For Dummies». Τα εν λόγω βιβλία φιλοδοξούν να προσφέρουν λύσεις και εξηγήσεις για τα πάντα με απλοϊκό τρόπο, από την φιλοσοφία (Philosophy for Dummies), έως την κηπουρική (Gardening for Dummies»). Η εκδήλωση, εμπνεόμενη και προβοκάροντας ταυτόχρονα τη λογική της ενημέρωσης για τα πάντα που κυριαρχεί στην εποχή της πληροφορίας, αποσκοπεί στο να δώσει κάποια στοιχεία για το πώς λειτουργεί ο κόσμος της τέχνης σήμερα.
Αυτό που θα μας απασχολήσει είναι η τέχνη σε σχέση με τη σύγχρονη ζωή. Επειδή το θέμα δείχνει αρκετά «βαρύ» και ίσως απόμακρο, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην επικοινωνία των προς εξέταση φαινομένων, έτσι ώστε η εισήγηση να είναι διανθισμένη με εικόνες, βίντεο, μουσική και δομημένη με τρόπο τέτοιο, που να προτρέπει σε συνεχή συμμετοχή των θεατών, μέσα από τον ζωντανό διάλογο. Εκτός των ακραιφνών εικαστικών έργων και ιδεών που θα παρουσιαστούν, θα γίνει προσπάθεια σύνδεσης της σύγχρονης μαζικής καλλιτεχνικής και κοινωνικής δραστηριότητας, με την λεγόμενη «υψηλή κουλτούρα», μέσω χιουμοριστικών και (ελαφρώς) προκλητικών αναφορών.
Μια λιμναία Οδύσσεια λοιπόν, από την εννοιολογική τέχνη, στις συνταγές μαγειρικής του Jamie Oliver, από την μουσική των Radiohead στην εκλεπτυσμένη τζαζ του Dave Brubeck και από τον κυβισμό του Picasso, στην ζωγραφική ικανότητα των makeup artists!
Οργάνωση: Φοιτητική Ομάδα Thesi 95 (Facebook profile Thesi 95)
Χώρος: Dasein – Σολωμού 12 – Πλατεία Εξαρχείων – www.dasein.gr – 210 3841857
Ημέρα: Παρασκευή 13 Μαΐου 2011 Ώρα: 7:30 μ.μ.
Την προηγούμενη εβδομάδα είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ την πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων στο κτήριο του Μεταξουργείου. Πήγα λόγω της έκθεσης της συλλογής του Γιώργου Οικονόμου.
Η συλλογή, για την οποία η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ιδέα, είναι τεράστια και πιάνει ένα φάσμα από τον 15ο αιώνα μέχρι το τέλος του μοντερνισμού, περί το 1970. Είναι πραγματικά αξιόλογη και από μόνη της θα μπορούσε να γεμίσει ένα σχετικά μικρό μουσείο! Αν και από ό,τι κατάλαβα, το ενδιαφέρον του συλλέκτη είχε εστιαστεί στα εικαστικά κινήματα του 20ου αιώνα, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τα παλιότερα αξιόλογα έργα της συλλογής.
Μπαίνοντας, τα πρώτα έργα που βλέπει ο επισκέπτης είναι νεκρές φύσεις Φλαμανδών και Ολλανδών ζωγράφων του 17ου αιώνα. Σειρά από πίνακες με φρούτα λαχανικά και κυνήγι, αραδιασμένα αρμονικά σε πάγκους και ζωγραφισμένα μέχρι την τελευταία τους επιφανειακή λεπτομέρεια.
Δυστυχώς όμως αυτές οι νεκρές φύσεις υπολείπονται αρκετά των «νεκρών φύσεων» που αντίκρισα κατά της 6 το απόγευμα, στο δρόμο μου προς την έκθεση. Περνώντας από την πλατεία Κουμουνδούρου, πάνω στα σκαλιά της εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων, καθόντουσαν δύο διαφορετικές συνθέσεις εξωτικών φρούτων. Πάντα λουσμένες από μια έντονη odeur σωματικών απεκκρίσεων (και δεν εννοώ δάκρυα…) καθώς και μιας υπέροχα διεστραμμένης ησυχίας.
Η πρώτη νεκρή φύση, ήταν μια σύνθεση δύο σωμάτων, ενός γυναικείου και ενός αντρικού, που διευκόλυνε το ένα το άλλο να κάνουν την ένεση ηρωίνης στο γνωστό σημείο του μπράτσου, εκεί που η κεντρική αρτηρία που περνάει από το χέρι φαίνεται καλύτερα, αλλά καίγεται και καλύτερα.
Η δεύτερη νεκρή φύση πλησίαζε περισσότερα στα κυνήγια του 17ου αιώνα. Ήταν άλλο ένα γυναικείο σώμα που είχε κατεβάσει την κάλτσα του προκειμένου να κάνει την ένεση κοντά στον αστράγαλο.
Καταλαβαίνεις, ότι μετά από αυτό το δρώμενο, οι νεκρές φύσεις της συλλογής Οικονόμου μου φάνηκαν εντελώς άκυρες.
Δεν ξέρω, γενικά νομίζω ότι στην πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων πρέπει να απαγορευτεί ρητά η έκθεση ζωγραφικής της κλασικής περιόδου, τουλάχιστον μέχρι και την εποχή του ιμπρεσιονισμού. Δεν είναι δυνατόν κάτω από αυτές τις κοινωνικές συνθήκες να εκτίθενται έργα, που σκοπό τους έχουν την αποκάλυψη του όποιου κάλους των αντικειμένων μέσω της δεξιοτεχνίας των ζωγράφων. Διαλύονται πλήρως από την πραγματικότητα και είναι κρίμα γιατί η προσπάθεια τους είναι όντως φιλότιμη.
Ορισμένες φορές νιώθω ότι οι πραγματικότητες που περνάνε μπροστά από τα μάτια μου γενικά διαλύουν τα πάντα, πόσο μάλλον την τέχνη που είναι και τόσο εύθραυστη. Ειδικά όταν αυτή αποσκοπεί στην εξιδανίκευση της φύσης και την προβολή της ομορφιάς της.
Δεν νομίζω βέβαια ότι αυτή ακριβώς είναι η δουλειά της, όχι σήμερα τουλάχιστον. Δεν ξέρω τί και πώς ακριβώς αλλά να είσαι σίγουρος ότι θα το μάθω και όταν αυτό γίνει, δεν θα στο πω (πώς θα μπορούσα άλλωστε) μα θα στο δείξω!
Την είδα προχθές πρώτη φορά. Ήταν γύρω στα πενήντα, καλοντυμένη με έντονο βαρύ smoky eyes βάψιμο. Αν και φανερά καταβεβλημένη, ο δυναμισμός της ξεχείλιζε και η αποφασιστικότητα της, αν και όπως έλεγε ήταν στο ναδίρ, νομίζω ότι δεν είχε εξανεμιστεί. Ίσως να ήμουν επηρεασμένος και από τα πυκνά πολύ κοντά μαλλιά της, αλλά παρ’ όλα αυτά που έλεγε μου φαινόταν μια χαρά. Είπε ότι ένιωθε χάλια και ότι αδυνατούσε να δει τίποτα το θετικό στην ζωή, η ασθένεια την είχε λέει καταβάλει και αρνιόταν να σκεφτεί οτιδήποτε θετικό για τον εαυτό της.
Με μεγάλο ενδιαφέρον έμαθε ότι ήμουν ζωγράφος και ενθουσιασμένη με ρώτησε για το πώς είναι να κάνεις κάτι, το οποίο είναι τόσο δημιουργικό και λυτρωτικό για την ψυχή. Την ρώτησα πώς είχε βγάλει αυτό το συμπέρασμα και από πού αντλούσε την αισιοδοξία της, ότι η δουλειά μου δηλαδή είναι τόσο θεραπευτική για την ψυχή, ώστε να νιώθει ότι είμαι προνομιούχος. Μου απάντησε ότι σκεφτόταν τον εαυτό της. Τον τελευταίο καιρό όταν έμενε μόνη, συνήθιζε να βάζει μουσική και να τραγουδάει δυνατά μέσα στο σπίτι ή και να ανοίγει το παράθυρο και να συνεχίζει (πιο χαμηλόφωνα είναι αλήθεια) έξω στην βεράντα. Μου έλεγε πόσο λυτρωτικό ήταν αυτό και πόσο γέμιζε τις δύσκολες ώρες της. Φαντάστηκε πως και για εμένα οι ώρες της δημιουργίας θα είναι κάπως έτσι. Με κοίταξε στα μάτια με μια έκδηλη προσμονή να επιβεβαιώσω την αίσθηση που είχε για τα πράγματα. Νομίζω ότι αν το έκανα θα της έδινα ακόμα περισσότερο θάρρος και θα την ωθούσα σε άλλη μια ονειροπόληση στον μαγικό χώρο της τέχνης.
Δυστυχώς δεν είχα καλά νέα.
Βλέπεις, της εξήγησα, τα πράγματα στην τέχνη λειτουργούν μάλλον διαφορετικά, ίσως όχι τόσο ονειρικά, ίσως όμως περισσότερο λυτρωτικά στο τέλος. Κανένας, που θέλει να λέγεται καλλιτέχνης, δεν απολαμβάνει ονειρικά την καθημερινότητα του. Αυτό στην καλλίτερη περίπτωση είναι η μοίρα του καλού τεχνίτη, που παίζει στα δάχτυλα τους τρόπους και τις ιδιότητες των πραγμάτων και δημιουργεί με πάσα επίγνωση το τέχνημά του. Ο καλλιτέχνης δεν έχει αυτή την πολυτέλεια, κάθε φόρα είναι απέναντι από το άγνωστο, αν θέλει να είναι καλλιτέχνης και όχι μόνο τεχνίτης. Σαν ένας προσηλωμένος μεταφραστής, που αναλαμβάνει να μεταφράσει στην γλώσσα του, αριστουργήματα από χίλιες διαφορετικές γλώσσες και πρέπει να μάθει κάθε μια ξεχωριστά.
Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς κύλησε η κουβέντα, αλλά θυμάμαι ότι της είπα κάτι σαν, εσύ είσαι η ερωμένη της τέχνης, ερωτοτροπείς μαζί της. Περνάς καλά, της δίνεις και σου δίνει. Εγώ προσπαθώ να την γεννήσω, και όσο κοιλοπονώ έχω ναυτίες και νεύρα. Αγωνία, προσμονή και ελπίδα. Ο κόπος είναι μεγάλος, αλλά όταν έρθει η ώρα της γέννας, η χαρά μου είναι μεγαλύτερη.
Με φίλησε, την αγκάλιασα, προχωρήσαμε ο καθένας τον δρόμο του. Εκείνη υποθέτω συνεχίζει να πονάει, αλλά και εγώ δεν είμαι σούπερ. Απλά νομίζω ότι και οι δυο, κάτι καλό θα δούμε στο τέλος.
Για κοίτα αυτή την εικόνα.
Κοίτα την καλά.
Είναι μια αγιογραφία, η Παναγία που κρατά στην αγκαλιά της τον μικρό Χριστό.
Δεν είναι και πολύ σπουδαία έτσι? Από τεχνικής πλευράς μιλώντας τουλάχιστον. Μάλλον ένα σχετικά πρόχειρο σχέδιο με κάρβουνο. Η αλήθεια είναι ότι στο παρελθόν, μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν διαπραγματευτεί αυτό το θέμα πολύ καλύτερα, ο Parmigianino ας πούμε ή ο Rublev. Ένα ερώτημα πάντα βέβαια είναι το κατά πόσο το εννοιολογικό πλαίσιο πίσω από την εικόνα, επηρεάζει την οπτική μας γι’ αυτή. Πολλές φορές αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα, και δεν υπάρχει απαραίτητα κάτι κακό σε αυτό.
Ας γυρίσουμε όμως λίγο πίσω…
Τα Χριστούγεννα του 1942 δεν ήταν ευχάριστα για κανένα. Για τους ανθρώπους όμως που πολεμούσαν στη μάχη του Στάλινγκραντ είτε αυτοί ήταν Γερμανοί είτε Ρώσοι, αυτά τα Χριστούγεννα ήταν κάτι που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ, όσοι τουλάχιστον βγήκαν ζωντανοί από αυτή την κόλαση. Η κατάσταση τους τρομακτική, και οι μεν και οι δε, να πολεμούν μέσα στα χαλάσματα μιας ερειπωμένης πόλης, ρακένδυτοι και πεινασμένοι, για κάθε μέτρο, για κάθε σπίτι με τη θερμοκρασία στους -25ο C. Η εντολή από «επάνω» ήταν σαφής, μέχρι τελικής πτώσης. Βέβαια, τα Χριστούγεννα του 1942 τα πράγματα είχαν σχεδόν κριθεί. Οι Σοβιετικοί είχαν ανακόψει την επίθεση του Χίτλερ και είχαν εγκλωβίσει 250.000 Γερμανούς στρατιώτες σ’ ένα μικρό κομμάτι γης, λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, το kessel, όπως το έλεγαν. Η μετάφραση της λέξης (kessel σημαίνει καζάνι στα γερμανικά) αποδίδει σχεδόν την πραγματικότητα.
Όλοι έχουν δικαίωμα στην ελπίδα, οι Ρώσοι ήλπιζαν ότι όλο αυτό κάποτε θα τελειώσει και θα πάνε σπίτια τους ενώ οι Γερμανοί πίστευαν ότι ο Φύρερ δεν θα τους άφηνε στη μοίρα τους. Νόμιζαν ότι με μια νέα έφοδο θα έσπαζε τον κλοιό και θα τους ελευθέρωνε. Οι συνομιλητές του πίσω στη Γερμανία, τον άκουγαν να οργανώνει απίθανα σχέδια με στρατούς που δεν υπήρχαν, μεραρχίες που θα ανακαταλάμβαναν την πόλη και θα ελευθέρωναν τους ηρωικούς στρατιώτες. Είχαν από τότε καταλάβει ότι ζούσε σε ένα δικό του, παράλληλο σύμπαν. Αυτά όμως δεν τα ήξεραν οι εγκλωβισμένοι του Στάλινγκραντ. Είχαν έρθει τα Χριστούγεννα, μια μεγάλη γιορτή για αυτούς του ανθρώπους, που θεωρούσαν ότι είχαν τον Χριστό δίπλα τους, απέναντι στους άθεους σοβιετικούς. Οι προετοιμασίες είχαν αρχίσει από νωρίς, οι στρατιώτες ήδη από τις αρχές Δεκεμβρίου μάζευαν μικρές ποσότητες τροφίμων, από το ελάχιστο που τους αναλογούσε, για την ανταλλαγή των δώρων. Σε αυτό το ελάχιστο προφανώς δεν περίσσευε κάτι για τους σοβιετικούς αιχμαλώτους που απλά πέθαιναν. Χριστουγεννιάτικα δέντρα σκαλίστηκαν από ξύλο και γιορτινά στεφάνια φτιάχτηκαν από το ξανθό χορτάρι της στέπας.
Ανάμεσα στους εγκλωβισμένους ήταν ο γιατρός της 16ης μεραρχίας Τεθωρακισμένων Kurt Reuber. Ο Reuber, εκτός από γιατρός, ήταν και προτεστάντης πάστορας. Αποφάσισε ότι μέρες που ήταν, ήθελε να ζωγραφίσει κάτι κατάλληλο για την περίσταση. Μετά από πολύ σκέψη κατέληξε ότι ήθελε να κάνει μια Παναγία βρεφοκρατούσα. Μετέτρεψε την παγωμένη του τρύπα σε εργαστήριο. Τα μέρος ήταν τόσο μικρό που δεν μπορούσε καν να δει την εικόνα σωστά οπότε αναγκάστηκε να ανέβει σε ένα σκαμνί για να τη δει από απόσταση. Τα πάντα έπεφταν και τα μολύβια του χάνονταν στη λάσπη. Δεν είχε τίποτα που θα μπορούσε να ακουμπήσει τη ζωγραφιά του, εκτός από ένα στραβό, παλιό, χειροποίητο τραπέζι, όπου και τη στρίμωξε. Δεν υπήρχαν υλικά και χρησιμοποίησε για χαρτί την πίσω πλευρά ενός παλιού ρώσικου χάρτη. Παρόλ’ αυτά, η ζωγραφιά σήμαινε τόσα πολλά για αυτόν και ήταν απόλυτα απορροφημένος στη δούλεψη της. Στο αριστερό μέρος της εικόνας έγραψε κάθετα τη φράση “Weihnachten 1942, Kessel” (Χριστούγεννα 1942 Kessel), στα δεξιά τα λόγια του Άγιου Ιωάννη του ευαγγελιστή “Licht, Leben, Liebe” (Φως, ζωή, Αγάπη) και στο κάτω μέρος της, “Festung Stalingrad” (Οχυρό Στάλινγκραντ).
Όταν τελείωσε το σχέδιο το κρέμασε από μια πρόκα στον τοίχο τού καταφυγίου. Όποιος έμπαινε μέσα, έμενε και κοίταζε για ώρα ακίνητος. Πολλοί άρχισαν να κλαίνε. Ο Reuber στεκόταν αμήχανος. Πολλοί λίγοι καλλιτέχνες στην ιστορία της τέχνης έχουν καταφέρει με κάτι τόσο απλό να συγκινήσουν τόσο βαθειά ανθρώπους και να μετατρέψουν, με ένα τόσο μικρό έργο (90εκ Χ 120εκ), ένα χώρο από κάτι σε κάτι άλλο. Από καταφύγιο σε παρεκκλήσι!
Την παραμονή των Χριστουγέννων οι στρατιώτες αντάλλαξαν τσιγάρα χαρτί αλληλογραφίας και τη μερίδα ψωμιού που τους αναλογούσε. Το τραγούδι εκείνης της βραδιάς ήταν το Άγια Νύχτα, που με βραχνές φωνές τραγουδούσαν όλοι υπό το φως των κεριών. Η γιορτή τελείωσε όταν τέσσερις βόμβες εξερράγησαν έξω από το καταφύγιο, σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας τρεις. Δεν ήταν κάποια έκπληξη ή κάποιο απρόοπτο γεγονός, αυτά συνέβαιναν κάθε μέρα. Ήταν μία ακόμη ένδειξη ότι, παρά τις προσευχές, το μέλλον ήταν προδιαγεγραμμένο. Το αποκάλυψε εξάλλου και ο Χίτλερ λίγο πριν το τέλος του, στους λιγοστούς που είχαν μείνει δίπλα του. Τους είπε ότι δυστυχώς ο γερμανικός λαός αποδείχτηκε πιο αδύναμος από τους Σλάβους, οπότε είναι λογικό να αφανιστεί. Αυτό πίστευε και για τους στρατιώτες που πολεμούσαν στο Στάλινγκραντ. Αν δεν ήταν ικανοί να νικήσουν τους Ρώσους, ας πέθαιναν. Αυτό έκανε λοιπόν, απλά τους άφησε να πεθάνουν. Στις 2 Φεβρουαρίου 1943, οι εγκλωβισμένοι παραδόθηκαν. Μέχρι εκείνη την ημέρα είχαν πεθάνει ή τραυματιστεί περίπου 750.000 Γερμανοί. Οι 91.000 στρατιώτες που είχαν μείνει, αιχμαλωτίστηκαν. Τελικά και από αυτούς, μόνο οι 5.000 επέζησαν από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας και επέστρεψαν στη Γερμανία, αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τους σοβιετικούς, τα πράγματα δεν ήταν πολύ διαφορετικά. Περίπου 520.000 άνθρωπο πέθαναν και 650.000 τραυματίστηκαν ή αρρώστησαν.
Ο Reuber δεν είχε την τύχη να επιστρέψει στη Γερμανία, ήταν από αυτούς που πέθαναν σε σοβιετικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, περίπου ένα χρόνο μετά. Το έργο του όμως έζησε και εκτίθεται στην εκκλησία – μνημείο Kaiser Wilhelm στο Βερολίνο.
Κοίτα το πάλι.
Κοίτα το καλά.
Δεν έχει σημασία που δεν ήσουν εκεί. Πες ότι δεν ήξερες τίποτα από τα παραπάνω. Κοίτα πως αυτή η Παναγία αγκαλιάζει το παιδί της, κοίτα που γίνεται μια μπάλα γύρω του, κοίτα πόσο μεγάλο είναι το χέρι της, πόσο μικρό το κεφάλι του μωρού, την έκφρασή του, σαν να έχει ήδη καταλάβει το μέλλον του.
Στο μυαλό μας, αρέσουν τα δίπολα. Είναι πιο εύκολο. Ο καλός – ο κακός, ο φασίστας – ο κομμουνιστής, ο θρησκευόμενος – ο άθεος. Αρέσουν και οι ομαδοποιήσεις. Εμείς – αυτοί, εγώ – οι άλλοι. Κάποιες φορές όμως είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις.
Όντως, πολλοί έχουν ζωγραφίσει μαντόνες στο παρελθόν. Αυτή όμως για μένα είναι η συγκλονιστικότερη στην ιστορία της τέχνης.

Αριστερά, έργο του Γιάννη Κουνέλη στη Βενετία, καμπάνες σε εσοχή. Δεξιά σπασμένοι προφυλακτήρες σε εγκαταλελειμμένο σπίτι στην Δραπετσώνα.
Αυτές τις μέρες στο Σισμανόγλιο μέγαρο της Κωνσταντινούπολης γίνεται μια όμορφη έκθεση. Προτίμησα τη λέξη όμορφη από άλλες, όπως σημαντική ή ενδιαφέρουσα γιατί αν έχει κάτι καλό είναι ακριβώς αυτό, η σχέση των έργων με την μορφή, με τον τρόπο που φτιάχνονται τα πράγματα.
Διαβάζω από την ελευθεροτυπία ότι: «Έργα των Γιάννη Μόραλη, Χρόνη Μπότσογλου, Στέφανου Δασκαλάκη, Τάσου Μαντζαβίνου, Χρήστου Μποκόρου, Κώστα Παπανικολάου, Γιώργου Ρόρρη και Εδουάρδου Σακαγιάν σκιαγραφούν μια ευκρινή εικόνα της σύγχρονης ελληνικής παραστατικής ζωγραφικής. Πρώτοι θα εκτίθενται, εν είδει εισαγωγής, οι πίνακες του Μόραλη και του Μπότσογλου, ενώ στον κυρίως εκθεσιακό χώρο τοποθετούνται οι πίνακες των άλλων έξι καλλιτεχνών, που αποτελούν και τον κεντρικό πυρήνα της συλλογής του Σωτήρη Φέλιου.»
Τα έργα δεν μου είναι άγνωστα, είχα δει και την έκθεση της συλλογής κάποιους μήνες πριν στο Μουσείο Μπενάκη. Τα ξέρω αυτά τα έργα, μεγάλωσα με αυτά, πέρασα όλα τα στάδια της ενηλικίωσης μαζί τους. Τώρα πια νιώθω αισθήματα ανάλογα με αυτά που νιώθει ένας άνθρωπος για τους γονείς του, όταν πια έχει μεγαλώσει και έχει φύγει από το πατρικό σπίτι από καιρό. Τα θαύμασα, έγινα φίλος μαζί τους, στάθηκα κριτικός απέναντι τους, τα αποδόμησα, τα απαξίωσα και τώρα πια τα κοιτώ καθαρά. Βλέπω τα καλά τους, τα κακά τους και τα έχω στην καρδιά μου, τυλιγμένα σε ένα ελαφρύ, προστατευτικό πανί, νοσταλγίας, αγάπης και μελαγχολίας.
Περνάει ο καιρός. Μέχρι πρόσφατα οι εν λόγω ζωγράφοι θεωρούνταν νέοι και μαζί με άλλους (χωρίς αυτοί να το διαλέξουν) θεωρείται ότι συγκρότησαν «γενιά», που είχε πάρει διάφορες περίεργες ονομασίες όπως «νεοπαραδοσιακοί», «νέοι έλληνες παραστατικοί» κ.τ.λ.
Η αλήθεια είναι ότι είχαν αρχίσει με ορμή. Οι πρώτες τους εκθέσεις πέραν της ποιότητας που οι περισσότεροι διατηρούν ως και σήμερα, περιείχαν τα στοιχείο της έκπληξης και του ιδιαιτέρου. Αμφιβάλω όμως αν μπορούμε να μιλήσουμε για γενιά πια, πολύ απλά γιατί δεν έγιναν ποτέ τα πράγματα που έπρεπε να γίνουν, για να συγκροτηθούν ως ομάδα. Υποψιάζομαι ότι οι μικροανταγωνισμοί, οι εσωτερικότητες και η ανάγκη τους για ευδιάκριτο προσωπικό στίγμα δεν βοήθησαν. Δεν είδα ποτέ ας πούμε μια έκθεση και μια «οικογενειακή φωτογραφία» όπως των “The Irascibles” των αμερικάνων εξπρεσιονιστών, το 1950. Η αλήθεια είναι ότι και αυτοί δεν ήθελαν να ανήκουν σε κάποια ομάδα αλλά ο Willem de Kooning , ο Jackson Pollock, ο Robert Motherwell, ο Mark Rothko και τόσοι άλλοι φωτογραφήθηκαν για ένα κοινό σκοπό. Από την άλλη, σπανίως οι εικαστικοί καλλιτέχνες έχουν την συγκρότηση προκειμένου να λειτουργήσουν εξωστρεφώς και να προωθήσουν τον εαυτό τους. Μεταξύ μας δεν είναι και η δουλειά τους αυτή.
Δεν λέω, σαν ζωγράφοι πιστεύω ότι θα μείνουν. Η δουλεία τους έχει αγγίξει πολύ κόσμο και η ποιότητα τους είναι αδιαμφισβήτητη. Αμφιβάλω όμως αν θα μείνουν ως συγκροτημένη αφήγηση που θα μπορούσε να εμπνεύσει άλλους στο μέλλον και να οδηγήσει παρακάτω. Νομίζω ότι η χαμένη αυτή ευκαιρία είναι ευθύνη κυρίως άλλων, των φορέων του πολιτισμού σε αυτό τον τόπο. Φοβάμαι ότι χάθηκαν κάπου στην πάλη του παλιού με το καινούριο. Στην εναγώνια προσπάθεια ενός παλιού εικαστικού κατεστημένου που πέθαινε και προσπαθούσε να κρατηθεί από όπου μπορεί και στην απαξία των νέων δυνάμεων που αναδύονταν.
Το αστείο είναι ότι ενώ οι καινούριοι ήταν θεωρητικά πιο ανοιχτοί και απελευθερωμένοι και ενώ πραγματικά είχαν τα μάτια τους και έξω από τα σύνορα της χώρας, επέλεξαν να τους απαξιώσουν. Τους κατηγόρησαν ως αναχρονιστικούς και εσωστρεφείς, με παρωχημένη δουλεία και αποκομμένους από το διεθνές περιβάλλον. Ειδικά το τελευταίο είναι και το πιο περίεργο. Αρκετοί από αυτούς τους ζωγράφους (συνυπολογίζοντας και άλλους αυτής της γενιά που δεν είναι στην έκθεση) ενώ ξεκίνησαν στην Ελλάδα, η δουλεία τους γνώρισε μεγάλη αποδοχή, κυρίως μετά από τις μεταπτυχιακές τους σπουδές στο εξωτερικό και ενώ είχαν επηρεαστεί καθοριστικά από τις νέες παραστάσεις που είχαν. Οι περισσότεροι μιλούν καλά γαλλικά, εκθέτουν στο εξωτερικό, κάποιος μάλιστα στην αρχή της καριέρας του βραβεύτηκε από ξένο ίδρυμα και γενικότερα θέλησαν να κρατήσουν μια επαφή με το διεθνές περιβάλλον. Οι περισσότεροι ποτέ δεν θέλησαν να παράγουν «Ελληνική τέχνη» για το Ελληνικό κοινό.
Το καινούριο όμως είχε άλλη οπτική, τόσο διαφορετική που δεν στάθηκε στην εξερεύνηση της όποιας ποιότητας των διαφορετικών μορφών έκφρασης αλλά προτίμησε (όπως και το παλιό άλλωστε, ας μην κρυβόμαστε) να αγκαλιάσει συγκεκριμένες μορφές έκφρασης κάνοντας εκπτώσεις στο περιεχόμενο για χάρη της κυριαρχίας του ιδιώματος. Έτσι έγινε μια νέα αρχή εισάγοντας πράγματα ή εξάγοντας άλλα, πιο ανώδυνα και πιο «φιλικά» στον χρήστη του κυρίαρχου μοντέλου σύγχρονής τέχνης.
Τώρα πια φοβάμαι ότι είναι αργά για τους ζωγράφους. Η εσωστρέφεια που ακολούθησε, έχω την αίσθηση, είχε αντίκτυπο και στην δουλειά κάποιων από αυτούς. Προσαρμόστηκαν στο εδώ ζητούμενο, που καλώς ή κακώς είναι πιο πεζό. Νομίζω ότι αν την σωστή εποχή, τους είχαν βοηθήσει να ανοίξουν τα φτερά τους πέραν των συνόρων, σήμερα θα βλέπαμε τις πραγματικές τους δυνατότητες μακριά από το ψυχοφθόρο άγχος της καθημερινής επιβίωσης.
Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν κάτσαμε ποτέ να συζητήσουμε για την μορφή, ούτε αυτού ούτε του άλλου. Συζητήσαμε για το νέο πλαίσιο, τους νέους και παλιούς φορείς που παράγουν πολιτισμό και μείναμε ευτυχείς που γίνονται «νέα πράγματα» χωρίς να μπούμε στην κουβέντα για το περιεχόμενο των νέων πραγμάτων και αν αξίζει να κρατήσουμε κάτι από τα παλιά, είτε αυτά είναι η ζωγραφική των παραπάνω ή το underground της δεκαετίας του 80. Όχι σαν μουσιολόγια, ή σαν νοσταλγία της τότε χαμένης πρωτοπορίας αλλά σαν συγκροτημένη μελέτη του τι μπορούμε να κρατήσουμε και τι πρέπει να αφήσουμε πίσω.
Και?
Μιλώντας λοιπόν για χαμένη γενιά θα νομίζεις ότι μιλάω για αυτή. Λάθος! Αυτή η γενιά (ζωγράφοι ή μη) κάτι προσέφερε. Μιλάω για την αμέσως επόμενη, τη δική μου!
Λογικά και εμείς θα αφήσουμε επιφανείς εκπροσώπους. Κάποιοι ίσως έχουν την τύχη να γνωρίσουν την ευρεία αποδοχή του Μόραλη ή του Γκίκα, για να γυρίσουμε αρκετά πιο πίσω. Άλλοι θα απολαύσουν την διεθνή αναγνώριση του Κουνέλη, σχεδόν άγνωστοι στον τόπο τους και το ευρύ κοινό. Όμως γενιά και πάλι δεν θα υπάρξει. Σε αυτό το κομβικό σημείο για την τέχνη που παράγεται στην Ελλάδα, κάποιοι από εμάς πίστεψαν ότι κληρονόμησαν την μαεστρία των ζωγράφων που λέγαμε χωρίς όμως σχεδόν τίποτα από την έκπληξη που εκείνοι δημιουργούν, ενώ άλλοι καβάλησαν το δροσερό αεράκι του εισαγόμενου pop και mainstream underground και εξασφαλίζουν μια περίοπτη θέση στο τίποτα.
Η αλήθεια είναι ότι ελπίζω στην επόμενη γενιά. Ελπίζω ότι αυτοί θα χωνέψουν τα διδάγματα του παρελθόντος, θα καταλάβουν ότι η ζωγραφική μαεστρία από μόνη της δεν λέει και πολλά σήμερα και ότι η προσκόλληση άκριτα στην τέχνη εισαγωγής δεν θα προφέρει και πάλι τίποτα.
Όσο για όλους τους προηγούμενος? Προχθές το βράδυ μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και ενώ στροβίλιζαν στο μυαλό μου όλα τα παραπάνω εμφανίστηκε ένα τραγούδι, είχα να το ακούσω χρόνια…