Άκουγα πάλι τις προάλλες ένα παραδοσιακό αρμένικο τραγούδι που τραγουδά ο Serj Tankian με το πατέρα του. Ο Serj δεν είναι κανένας τυχαίος, είναι ο τραγουδιστής των System of a Down, ενός από τα μεγαλύτερα Μέταλ συγκροτήματα του κόσμου. Οι τύποι είναι περίεργη ιστορία, όχι ακριβώς η κλασική αμερικάνικη μπάντα αλλά σίγουρα αμερικάνοι. Όπως και τόσοι άλλοι, ήταν παιδιά όταν οι γονείς τους ξενιτεύτηκαν από την πατρίδα τους για ένα καλύτερο μέλλον. Οι System είναι όλοι αρμένικης καταγωγής, γράφουν από thrash metal έως τραγούδια που οι ανατολίτικες αναφορές τους είναι πρόδηλες. Όμως κοίτα, τώρα που έχουν μια αρκετά μεγάλη καριέρα πίσω τους, ο τραγουδιστής εμφανίζεται να τραγουδάει παραδοσιακά τραγούδια με το μπαμπά του.
Μια πιο απλή και διάσημη περίπτωση είναι ο Έλβις. Άκου πως τραγουδάει το 1956 το Long Tall Sally. Βραχνή φωνή, μαγκιά, πρόκληση, καινούρια πράγματα, Rock and Roll! Για κοίτα όμως πως το λέει το 1970. Όλοι τον ξέρουν πια, δεν χρειάζεται να μεταμφιέζει τη φωνή του, δεν είναι πάρα ένα επαρχιωτόπουλο. Δεν έχει ανάγκη να κρύβει την “hillbilly” προφορά του. Άσε που τα μουσικά του ενδιαφέροντα έχουν αλλάξει. Μπορεί το Rock and Roll να τον έκανε διάσημο, αλλά εκεί, προς το τέλος της ζωής του, ήθελε να τραγουδάει τραγούδια σαν και αυτά που άκουγε όταν ήταν μικρός. Spiritual, Country και Blues. Βλέπεις, όταν μεγαλώνουμε, όλοι πηγαίνουμε πίσω στην πιο αγαπημένη πατρίδα, την παιδική μας ηλικία.
Θυμάμαι, όταν ανακαινίζαμε το σπίτι μας, είχαμε αποφασίσει να γκρεμίσουμε μερικούς τοίχους και να χτίσουμε άλλους, προκειμένου να αλλάξει η διαρρύθμιση. Για να γίνει αυτό χωρίς να ξοδευτούν πολλά χρήματα σε καινούρια υλικά, «έκανα τούβλα» όπως λέμε στην «απλή οικοδομική». Αυτό σημαίνει ότι έπαιρνα όσα παλιά τούβλα είχαν μείνει γερά από το γκρέμισμα, τα καθάριζα και ο χτίστης τα ξαναέβαζε στον καινούριο τοίχο. Βέβαια ο πολύπειρος τεχνίτης με είχε προειδοποιήσει, «Να ξέρεις, αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο μια φορά. Αυτά τα τούβλα ακόμα και αν επιζήσουν από επόμενο γκρέμισμα, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τρίτη φορά. Δεν είναι ασφαλές».
Σκεφτόμουν τις προάλλες τι θα κάνουν οι άνθρωποι τις γενιάς μου αλλά και οι νεότεροι όταν θα μεγαλώσουν. Που θα γυρίσουν? Ο Έλβις είχε να πάει κάπου. Τα Gospel και η Country μουσική προφανώς δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης, αλλά είναι μουσικά είδη που μορφοποιήθηκαν μέσα από μια εξελικτική διαδικασία. Οι παλιές γενιές έβαζαν και από ένα λιθαράκι διαμορφώνοντας το οικοδόμημα. Αυτό βέβαια δεν έχει να κάνει μόνο με τη μουσική, έχει να κάνει με τα πάντα στον πολιτισμό.
Όλα αυτά όμως μέχρι το τέλος του μοντερνισμού. Από εκεί και έως σήμερα, την εποχή δηλαδή του μεταμοντερνισμού, τι μας παραδίνεται? (Παρεμπιπτόντως αυτό που ορίζεται ως μεταμοντερνισμός, έχει φτάσει ή όπου να’ ναι φτάνει, στο τέλος του. Θα με θυμηθείς…)
Φοβάμαι πως το χάος της πληροφορία και η φούσκα της δυτικής πολυπολιτισμικότητας δεν θα μας αφήσουν καμία παράδοση να γυρίσουμε. Γιατί είμαστε παιδιά της pop. Γιατί είναι οκ να πηγαίνεις και στα μπουζούκια, και στην όπερα. Είναι λογικό να είσαι χριστιανός αλλά να κάνεις και ασκήσεις ζεν. Να τρως και γεμιστά και κινέζικο και ιταλικό. Γιατί μεταμοντέρνος άνθρωπος είναι αυτός που «τσιμπάει» από κάθε πολιτισμό, από κάθε σχολή σκέψης από κάθε παγκόσμια παράδοση και τα προσαρμόζει όλα στο δικό του εσωστρεφές δυτικοποιημένο ιδίωμα. Κάνει το καινούριο, το διαφορετικό. Τα έχει όλα ενώ έχει καταλάβει τα μισά και έχει εφαρμόσει ελάχιστα. Παίρνει τα παλιά υλικά και φτιάχνει ένα καινούριο τοίχο εντελώς προσωπικό, στρεβλό, χωμένο στα trends και σε ελάχιστη επαφή με τις ανάγκες του. «Δεν παίρνει λογαριασμό, δεν δίνει λογαριασμό», ακριβώς έτσι όπως το έλεγε η παλιά διαφήμιση.
Εμείς έτσι μεγαλώσαμε, έτσι μας έμαθαν, έτσι μαθαίνει και η γενιά του τώρα. Άνθρωποι χωρίς βάση, με τα πόδια να πατούν σε χίλιες βάρκες.
Όταν όμως μεγαλώσουμε και το άγχος του καινούριου, του «δικού μας προσωπικού ιδιώματος» πάψει να μας διατρέχει, όταν θα θελήσουμε να γυρίσουμε στη βάση μας τι θα βρούμε εκεί? Τίποτε άλλο από ένα μάτσο μεταχειρισμένα υλικά, κομμάτια από το παρελθόν που άλλοι έχουν παρατήσει. Ελάχιστα πράγματα που να μας έχουν παραδοθεί. Και τότε φοβάμαι ότι θα καταλάβουμε καλά τι εννοούσε ο μάστορας που έχτιζε τον τοίχο στο σπίτι μου.
Την προηγούμενη βδομάδα διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο του Όμηρου Δ. Τσάπαλου με τίτλο «Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης: Γιατί να κτιστεί αφού ήδη υπάρχει;» και παρακολούθησα με ενδιαφέρον μικρές συζητήσεις που ακολούθησαν στο Facebook. Εν πολύς ο συντάκτης αναρωτιέται γιατί η πολιτεία να μπει στην «περιπέτεια» της ανακατασκευής του παλιού εργοστασίου του Φιξ, ενώ υπάρχει ήδη ο χώρος του μουσείου Μπενάκη που θα μπορούσε να καλύψει την όποια ανάγκη για μουσείο σύγχρονης τέχνης. Οι συζητήσεις που παρακολούθησα είχαν να κάνουν πέραν της ουσίας του άρθρου, με την ιστορικότητα του κτιρίου του Φιξ ή ακόμα και με την αναγκαιότητα η μη ενός τέτοιου μουσείου σήμερα. Τώρα μάλιστα που η κρίση έχει οδηγήσει στην κατάρρευση του μοντέλου της ανάπτυξης, όπως αυτή τουλάχιστον την καταλαβαίναμε στο παρελθόν (ή μάλλον, υποθέτω ότι εκεί έχει οδηγήσει).
Από ότι καταλαβαίνω λοιπόν, ίσως να μην είναι αναγκαίο σήμερα ένα τέτοιο μουσείο. Ήταν αναγκαίο όμως στο παρελθόν; Τι εξυπηρετούσε; Μπορεί ας πούμε κάποια στιγμή στο μέλλον, κάτι ανάλογο να μας ξαναχρειαστεί;
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας δούμε «τι δουλειά κάνει» ένα μουσείο. Να τι λέει η Wikipedia στην ελληνική της έκδοση για τη λέξη Μουσείο:
{Με τον όρο Μουσείο εννοείται σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της ICOM (International Council of Museums) «ένα μόνιμο ίδρυμα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, που έχει ως έργο του τη συλλογή, τη μελέτη, τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση και την έκθεση τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος, με στόχο τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία».
Βάσει του σύγχρονου ορισμού τους τα μουσεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, τη δημιουργία ενός μόνιμου αρχείου για το πώς έζησαν οι άνθρωποι και τι πέτυχαν σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο. Η παγκοσμιοποίηση έχει διαφοροποιήσει σαφώς τον ρυθμό της αλλαγής του κόσμου μας και σε ένα βαθμό έχει συνδέσει πλέον το τοπικό, εθνικό στοιχείο με το παγκόσμιο. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο τα μουσεία είναι χώροι στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να εξερευνήσουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις εν τω μέσω καθολικών αληθειών. Εν ολίγοις, μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πώς διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος.}
Και με τα εκθέματα τι γίνεται; Τι βάζουμε μέσα στα μουσεία; Ας ξαναδούμε πάλι κάποιες φράσεις κλειδιά στον παραπάνω ορισμό της έννοιας του μουσείου, που ίσως μας βοηθήσουν:
«…τα μουσεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, τη δημιουργία ενός μόνιμου αρχείου για το πώς έζησαν οι άνθρωποι και τι πέτυχαν…»
«Εν ολίγοις, μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πώς διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος.»
Ας μην γελιόμαστε, τα σπουδαιότερα πράγματα από αυτά που βλέπουμε σήμερα στα μουσεία δεν φτιάχτηκαν με σκοπό να εκτίθενται εκεί. Ακόμα και τα έργα τέχνης φτιάχνονταν (και συνεχίζουν να φτιάχνονται υποθέτω) για να ικανοποιήσουν άλλες ανάγκες. Ούτε οι βυζαντινές εικόνες, ούτε οι Καρυάτιδες, ούτε οι πίνακες του Βαν Γκογκ φτιάχτηκαν για να μπουν σε μουσείο. Ο λόγος που βρίσκονται εκεί είναι γιατί το ιστορικό πλαίσιο που φτιάχτηκαν έχει παρέλθει. «Η γλώσσα» με την οποία το έργο έχει κατασκευαστεί «έχει ξεπεραστεί» και ο κώδικας που τα έργα θέλουν να επικοινωνήσουν κινδυνεύει να ξεχαστεί. Με λίγο περισσότερα λόγια, όταν ένας αγγειοπλάστης στην αρχαιότητα έφτιαχνε και ζωγράφιζε ένα αγγείο, δεν το έκανε προκειμένου να «παράγει τέχνη», το έφτιαχνε όμως με τέχνη και σκοπό να μπαίνει μέσα λάδι ή σιτάρι. Αντίστοιχα μια εικόνα φτιάχτηκε για να λατρεύεται στην εκκλησία και ένας πίνακας φτιάχτηκε για να διακοσμεί, να ψυχαγωγεί ή και να διδάσκει, συγκεκριμένους ανθρώπους, μιας συγκεκριμένης εποχής.
Έτσι και αλλιώς λοιπόν η λειτουργία ενός μουσείου ειδικά για τα έργα τέχνης είναι «ελαφρώς προβληματική», αφού αποκόπτει τα έργα από το ζωτικό τους πλαίσιο και τα εντάσσει σε κάτι άλλο, με αποτέλεσμα να χάνουμε ένα μέρος της «ουσίας» που φέρουν.
Γιατί λοιπόν υπάρχουν τότε τα μουσεία; Υπάρχουν, προκειμένου να διατηρούν και να διδάσκουν την εμπειρία του παρελθόντος. Δεν εκθέτουν έργα για να τα μιμηθούμε, αφού οι ανάγκες μας πια είναι διαφορετικές. Εκθέτουν για να μπορούμε να μάθουμε το «μέτρο της τελειότητας» και να προσπαθούμε να αναμετρηθούμε με αυτό.
Οι λόγοι τώρα που κάποιος διάλεξε να βάλει ένα έργο του Ρέμπραντ στο μουσείο και όχι το έργο κάποιου άλλου ζωγράφου εκείνης της εποχής, είναι αρκετά πολύπλοκοι και άπτονται πολλών παραμέτρων. Ο κυριότερος όμως είναι ότι οι κοινωνίες, μετά από αρκετά χρόνια και ζυμώσεις, το διάλεξαν μεταξύ άλλων, ως άριστο δείγμα της ανθρώπινης ευφυΐας και τεχνικής της εποχής. Ειδικά βέβαια για τον Ρέμπραντ (και ελάχιστες ακόμα περιπτώσεις) και για ένα ακόμα πιο σημαντικό λόγο. Γιατί οι ζωγραφιές του, πέρα από αντιπροσωπευτικές της εποχής του, είναι διαχρονικές. Καταφέρνουν δηλαδή να εκφράζουν και να αντανακλούν συνεχώς, κομμάτια της ανθρώπινης φύσης.
Είναι απλό, η τέχνη φτιάχνεται και «λειτουργεί» καλύτερα μέσα στη ζωή, στο πλαίσιο και στις κοινωνικές συνθήκες για τις οποίες είναι φτιαγμένη. Τα έργα «ανθίζουν» στο ζωτικό χώρο του ανθρώπου, στο σπίτι, στο δρόμο η «στη χειρότερη περίπτωση» σε μια γκαλερί, όπου και εκεί όμως, δεν εκτίθενται για να μείνουν. Η γκαλερί λειτουργεί ως ένας μεταβατικός χώρος προκειμένου το κοινό να μπορεί να τα γνωρίσει και να «σχετιστεί» μαζί τους.
Τι «δουλεία κάνει» λοιπόν ένα μουσείο «σύγχρονης τέχνης» και δη «εθνικό»; Θεωρητικά ένα τέτοιο μουσείο είναι αφιερωμένο στην ανάδειξη και προβολή της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως αυτά επιλέγονται από ένα κρατικό φορέα ο οποίος αντιπροσωπεύει το «έθνος (;)».
Και εδώ έχουμε την πρώτη μεγάλη παρανόηση. Αν μιλήσουμε για τα εικαστικά έργα που φτιάχνονται ειδικά μετά από παραγγελία των εν λόγω μουσείων, τι ακριβώς «φέρουν» αν φτιάχνονται χωρίς να είναι απαιτητό «να λειτουργούν στην πραγματική ζωή»; Αν πρωταρχικός σκοπός αυτών των έργων είναι η έκθεση και η παραμονή σε ένα μουσείο, ένα οίκημα που όπως είδαμε και παραπάνω είναι μια «κατασκευή ανάγκης» και διατήρησης ετεροτήτων;
Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Τα μουσεία σύγχρονης τέχνης (αν δεν κάνω λάθος) είναι μια επινόηση του 20ου αιώνα. Τι είδος μουσεία είναι αυτά που συλλέγουν καλλιτεχνήματα που δεν έχουν περάσει το τεστ του χρόνου; Καλλιτεχνήματα που δεν προήρθαν από τη «νομιμοποίηση» της κοινωνικής συνείδησης αλλά επιλέχτηκαν από τους εκάστοτε «ειδικούς» πριν από μας για μας, ώστε να έχουν θέση σε ένα κτήριο που φέρει την ονομασία «μουσείο» και θεωρητικά τουλάχιστον φιλοξενεί μέσα του, το ανθρώπινο μέτρο της τελειότητας;
Και αν συμφωνήσουμε ότι διάφοροι ιδιώτες και οργανισμοί μπορούν (και πρέπει να μπορούν, γιατί όχι) να εκθέτουν το «γούστο» τους φτιάχνοντας δικά τους ιδρύματα, γιατί ένα τέτοιο μουσείο πρέπει να είναι «εθνικό»; Αν το «εθνικό» σημαίνει το συλλογικό μας εγώ, ποιος είναι αυτός που μας δείχνει τι είναι τέχνη πριν εμείς καν προλάβουμε να το εμπεδώσουμε στην συλλογική μας συνείδηση; Με ποιο δικαίωμα κάποιος αναλαμβάνει να κάνει «πολιτική», να επιλέξει δηλαδή τι είναι τέχνη σήμερα και τι όχι, φορώντας το δικό μας συλλογικό μανδύα; Πόσο μάλλον που το εθνικό είναι κάτι διαφορετικό από το κρατικό, μιας που δεν περιλαμβάνει μόνο εμάς που ζούμε σε αυτό το κράτος αλλά φιλοδοξεί να αντιπροσωπεύσει όλους τους ομοεθνείς μας ανά την υφήλιο!
Στα δικά μου μάτια αυτό είναι μια προφανής έλλειψη μέτρου.
Συνήθως βέβαια, διάφοροι κρατικοί οργανισμοί ανά τον κόσμο επιλέγουν όποιους αυτοί θεωρούν άριστους σήμερα (με ότι ενστάσεις θεμιτές ή αθέμιτες προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία) προκειμένου να τους βοηθήσουν να επικοινωνήσουν το έργο τους. Έτσι, το κράτος επιχορηγεί θεατρικές παραστάσεις, συμμετοχές σε μπιενάλε ή την κατασκευή μεγάλων εικαστικών έργων (κατασκευές ή περιβάλλοντα) που από τη φύση τους δεν μπορούν να ενταχθούν μόνιμα στο χώρο που ζει ο άνθρωπος. Η όλη αυτή διαδικασία έχει σκοπό να μπορούν οι όποιοι εκλεκτοί, να μπουν με καλύτερους όρους στο τεστ της κοινωνίας. Είναι όμως τελείως διαφορετικό το κράτος να επιδοτεί τη δημιουργία από το να δημιουργούνται δημόσια ιδρύματα που «δημιουργούν και φιλοξενούν άριστους και άριστα έργα του σήμερα».
Νομίζω κάπου το έχω ξαναγράψει αλλά πιστεύω ότι αξίζει να διατυπωθεί ξανά. Αυτό που συμβαίνει περίπου από τον 20ο αιώνα και μετά είναι πρωτοφανές στην ανθρώπινη ιστορία. Μέχρι τότε, το καλλιτεχνικό έργο ήταν η έκφραση του «συλλογικού εγώ» της κοινωνίας. Ακόμα και οι πρωτοπορίες του μοντερνισμού, οι διάφοροι «ισμοί» (ιμπρεσιονισμός, εξπρεσιονισμός κ.τ.λ.) πέρασαν σταδιακά από την «απαξίωση των ειδικών» στην ταυτόχρονη κοινωνική και «θεσμική» δικαίωση. Όμως από τότε και μετά, για πρώτη φορά, η πρωτοπορία «συλλέγεται» εν τη γενέσει της, από μεγάλους ιδιώτες συλλέκτες και ιδρύματα, και με τη σύμπραξη των εκάστοτε κρατικών δομών, αναβαπτίζεται ως η καίρια τέχνη της εποχής και σερβίρεται στην κοινωνία ως «αυτό που πρέπει να είναι», ως το μέτρο που ο κόσμος πρέπει να ακολουθήσει.
Αναρωτιέμαι αν έχουμε ανάγκη από κάτι τέτοιο.
Νομίζω ότι οι πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές βλέπουν οράματα αντί να δουν την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να προσπαθούν να εξηγήσουν το δράμα της σημερινής οικονομίας με θεολογικές αναγωγές. Πριν μερικές μέρες άκουγα κάποιον στο ράδιο που έλεγε ότι για τη στάση της Γερμανίας φταίει ο καλβινισμός «που προστάζει να δουλεύεις πολύ, να αποταμιεύεις πολύ και να ξοδεύεις λίγο».
Πέραν της «ασήμαντης λεπτομέρειας» ότι οι Γερμανοί δεν είναι καλβινιστές, γενικά ο προτεσταντισμός (από ότι έχω καταλάβει) προτρέπει σε δουλειά και λιτή ζωή, όχι όμως με σκοπό τα κερδισμένα χρήματα ως ιδανικό, αλλά ως ένδειξη της θείας χάρης. Όχι για να «μπουν κάτω από το στρώμα» και να τα μετράς το βράδυ όταν οι άλλοι θα πάνε για ύπνο, αλλά με σκοπό να επιστρέψουν στην κοινότητα από όπου προήρθαν. Προφανώς η διαθλασμένη εικόνα του δόγματος στο μυαλό κάποιων, μπορεί να τους οδηγεί στην απληστία και στη συσσώρευση, αυτό όμως είναι το αντίθετο από αυτό που ο προτεσταντισμός πρεσβεύει.
Για την Ορθοδοξία και τη σχέση της με τη μενταλιτέ της χώρας παρομοίως. Ακούω ότι είναι υπεύθυνη για τη νοοτροπία μας, αφού ωθεί στην καταστρατήγηση της λογικής, στην οκνηρία και στην αδιαφορία για το σήμερα, λόγω της προσήλωσής της σε μια απατηλή μεταφυσική ευδαιμονία ή ότι άλλο. Λες και η θρησκεία γενικότερα και η ορθοδοξία ειδικότερα, δεν είναι ένας οδηγός για το εδώ και το τώρα.
Το δίλλημα αν η νοοτροπία και η ιδεολογία φτιάχνουν κοινωνίες ή το αντίστροφο δεν είναι καινούριο. Η απάντηση υποθέτω είναι, ότι τα πράγματα ζυμώνονται μαζί. Προφανώς οι θρησκείες (και κυρίως οι διαστρεβλώσεις που αυτές υφίστανται…) γεννούν πραγματικότητες αλλά όχι πιο ισχυρές από τις βασικές αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης. Η απληστία, ο φθόνος, η τάση για βία ή για ευκολία, δεν χρειάζονται κανένα θεωρητικό θρησκευτικό μοντέλο για να «ανθήσουν»! Και χωρίς τις θρησκείες θα υπήρχαν «μια χαρούλα»!
Καλύτερα λοιπόν θα ήταν οι αναλυτές να μας εξηγήσουν, πως οι άνθρωποι που υπηρετούν το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο, έχουν κατακλέψει «τους τρόπους» των θρησκειών και έχουν φτιάξει μια οικονομική πραγματικότητα που την υποστηρίζουν με «θρησκευτική ευλάβεια» και τη διδάσκουν ως μονόδρομο, αρνούμενοι να εξετάσουν άλλες εναλλακτικές, που σκοπό θα έχουν το όφελος των περισσοτέρων.
Μπορεί να πάει ο άνθρωπος στο φεγγάρι;
Ναι!
Μπορεί ο άνθρωπος να φτιάξει ένα πολύπλοκο οικονομικό εργαλείο που θα φέρνει κέρδη σε επιχειρηματία που μένει στην Αμερική και φτιάχνει προϊόντα στην Κίνα, ενώ τα πουλά ακριβά στην Ευρώπη και φορολογείτε ελάχιστα στα νησιά Κάιμαν όπου έχει έδρα η επιχείρηση?
Ναι!
Μπορεί να δοθεί κανένα ευρώ παραπάνω για κοινωνική πολιτική?
Αποκλείεται!
Και αυτό, είμαι σίγουρος είναι μια πανεθνική «θρησκεία».

Η Kate Moss πριν το Photoshop, μετά το Photoshop και ως έργο τέχνης του Marc Quinn (που μας τελείωσε).
Διάβασα πρόσφατα αυτό το άρθρο του Jonathan Jones στον Guardian. Απ’ ότι είδα δεν είναι καινούριο, δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2009 και έχει τίτλο «Η τέχνη όπως την ξέρουμε έχει τελειώσει». Εκεί, ο καλός αρθογράφος, αναφέρει:
“Ο κόσμος από το 1980 και μετά έχει σταματήσει να πιστεύει σε αυτό το πράγμα που λέγετε πραγματικότητα. Τα χρήματα απελευθερώθηκαν από κάθε είδους δεδομένα. Η τέχνη έγινε ο απατηλός τους καθρέπτης.”
“Η τέχνη (σ.σ. αναφέρεται στην εποχή από το 1980 ως τη συγγραφή του άρθρου) είναι χαρά, είναι γέλιο, είναι διασκέδαση, είναι θεαματική είναι cool… η τέχνη τώρα φιλοδοξεί να γίνει όλα αυτά που ουσιαστικά χαρακτηρίζουν τη μόδα.”
“Η επιτυχία της είναι πλήρως δεσμευμένη με τον ίδιο μύθο που προστάζει ότι όλα γίνονται και ενέπνευσε τις τράπεζες να μας οδηγήσουν σε ένα παραπλανητικό κόσμο.”
Και τελειώνει το άρθρο λέγοντας:
“Προσπάθησα να αντισταθώ σε αυτό το γεγονός για μερικούς μήνες αλλά έδωσα τέλος στις αυταπάτες. Η τέχνη όπως την ξέρουμε τελείωσε. Έρχεται η ώρα που θα αποκαλυφθεί ότι δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά το ντεκόρ μιας εποχής, εμπορικής τρέλας”
Όλα καλά, μια μικρή λεπτομέρεια μόνο! «Αυτό που ξέραμε» δεν ήταν τέχνη για τον απλό λόγο ότι, αν κάτι είναι τέχνη προφανώς «δεν τελειώνει ποτέ». Μπορεί να είναι διασκέδαση, ψυχαγωγία ή οτιδήποτε άλλο, αλλά τέχνη δεν είναι. Σε αντίθεση με τα «Δρακουλίνια», η τέχνη δεν έχει ημερομηνία λήξεως, είναι κάτι παραπάνω «από ένα παιχνιδάκι». Αν κάτι είναι τέχνη σήμερα, θα είναι τέχνη για πάντα. Το να λες λοιπόν «η τέχνη όπως την ξέραμε», κρύβει κάτι ουσιώδες, την άρνηση να παραδεχθείς το παραπάνω αυτονόητο. Ότι αυτό δηλαδή που διαφημίζονταν μέχρι σήμερα ως τέχνη, απλά δεν ήταν τέτοιο.
Επίσης κάτι άλλο δεν πιάνω εδώ. Τι είναι αυτό που ορίζει ο Jones ως πραγματικότητα που την έχουμε χάσει; Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ τόσα χρήματα που να μου έχουν διαμορφώσει αυταπάτες για τις δυνατότητες μου στη ζωή, και μεταξύ μας, δεν ξέρω και πολλούς τέτοιους. Ποιος λοιπόν έφτιαξε αυτό το δημιούργημα και προσπάθησε να με κάνει να πιστέψω ότι αυτό ήταν τέχνη, (που τώρα μάλιστα τελείωσε); Ποιος προσπάθησε να με διδάξει τόσα χρόνια ότι «η τέχνη είναι χαρά, είναι γέλιο, είναι διασκέδαση, είναι θεαματική είναι cool»; Σε ποιους απευθυνόταν αυτού του είδους η τέχνη, και αν απευθύνονταν στους «παραπλανημένους» από τη φούσκα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, γιατί πέρασε στα μεγαλύτερα μουσεία και δεν έμεινε σε κλειστό κύκλο μεγαλοαστικών γκαλερί;
Αυτό που έχει τελειώσει (ή τελειώνει οσονούπω) είναι η εποχή του μεταμοντερνισμού. Αν βέβαια ως μεταμοντερνισμό (μεταξύ πολλών άλλων) ορίσουμε την εποχή του ατομικισμού, της απόλυτης σχετικοποίησης των νοημάτων και της επιβολής από πάνω προς τα κάτω αισθητικών και αξιών. Αυτό που στην πραγματικότητα τελειώνει είναι η εποχή που μπορούσαμε να ονομάζουμε οτιδήποτε τέχνη. Ο αρθογράφος όμως δεν το αναφέρει.
Φοβάμαι ότι δεν το κάνει, όχι επειδή δεν το καταλαβαίνει, αλλά γιατί αν το έκανε, θα αναγκαζόταν να γίνει ιδιαίτερα δυσάρεστος. Στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, δεν θέλει να θίξει αυτούς που επιθυμούν να διατηρήσουν το δικαίωμα τους (και στον καινούριο κόσμο που φτιάχνεται), να ονομάζουν το οτιδήποτε τέχνη, χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσουν να ορίσουν το γιατί. Κυρίως όμως γιατί έτσι, δεν θα αναγκαστεί να θέσει προ των ευθηνών τους αυτούς που όλα αυτά τα χρόνια μας παρουσίαζαν κάτι ως τέχνη, ενώ δεν ήταν.
Είναι λίγο σαν τον κόσμο της πολιτικής που ζούμε σήμερα. Οι ίδιοι άνθρωποι που μας οδήγησαν εδώ, μας λένε ότι «αυτό ήταν ένα λάθος» και παρόλα αυτά, οι ίδιοι πάλι (θέλουμε δεν θέλουμε) προσπαθούν να μας οδηγήσουν «στο νέο σωστό». Βλέπεις, δεν έφταιγαν αυτοί, αλλά το μοντέλο. Λες και αυτό είναι κάτι άυλο, χωρίς φυσικούς δημιουργούς και υπηρέτες.
Μήπως θα έπρεπε λοιπόν αυτοί που δημιούργησαν και υπηρέτησαν αυτό το μοντέλο «που τελείωσε», να μας αδειάζουν σιγά σιγά την γωνιά; Και αν αυτό είναι υπέρμετρα σκληρό, μήπως να κάνουν την αυτοκριτική τους και να προσπαθήσουν πάλι; Όχι πια ως ηγέτες, αλλά ως ακόλουθοι.
Συνήθως έχω ανάμικτα συναισθήματα όσο έχει να κάνει με ότι φτιάχνω ή ζωγραφίζω. Λίγο μικρότερες αμφιβολίες νιώθω όταν πρόκειται για τα γραπτά μου. Όχι επειδή είναι καλύτερα, το αντίθετο. Είναι επειδή πιστεύω ότι αυτά είναι πιο εφήμερα και μικρότερης για εμένα σημασίας από ότι το όποιο «εικαστικό μου έργο». Τώρα που γράφω πάντως, νιώθω δικαιωμένος για κάποιες πικρές σκέψεις που κάνω χρόνια τώρα (τις «καλές εποχές» λέμε, πριν το 2009) και πρόλαβα να τις αποτυπώσω σε δύο κείμενα πριν ένα χρόνο.
Θα τα βρεις αν θες εδώ και εδώ.
Είναι αρκετά πιο στοχευμένα από το σημερινό, αλλά δεν έχει να κάνει με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται, καμία κακία ή πικρία. Έχει να κάνει με ότι αυτό συμβολίζει, την «τέχνη που τελείωσε». Όλα εξάλλου είναι σχετικά η μήπως δεν είναι;
Στην πραγματικότητα ήμουν παρείσακτος, δεν είχα «πραγματική δουλειά» να κάνω εκεί. Ζήτησα πέρυσι να μπω στην ομάδα υποστήριξης καρκινοπαθών του ΚΕΦΙ χωρίς να πάσχω από την ασθένεια. Βέβαια ήμουν ειλικρινής, είχα μιλήσει στον υπεύθυνο ψυχολόγο της ομάδας και του είχα πει τι ήθελα.
Εκείνη την εποχή επεξεργαζόμουν ένα εικαστικό έργο. Σε αυτό, ήθελα να αποτυπώσω όλη την αγωνία του ανθρώπου τη στιγμή που φτάνει προς το τέλος και ξαναβλέπει το παρελθόν του. Για να το καταφέρω όμως χρειαζόμουν ζωή, συμπυκνωμένες δόσεις προσωπικής εμπειρίας. Έλπιζα ότι αν άκουγα τι είχαν να πουν αυτοί οι άνθρωποι που ζουν με την αγωνία του καρκίνου θα «γέμιζα με υλικό» που θα ήταν ικανό να με εμπνεύσει περισσότερο για το έργο που διαπραγματευόμουν. Η ομάδα το συζήτησε και αποφάσισαν να με δεχτούν ως παρατηρητή.
Ήμουν αυτός που καθόταν στην γωνία και δεν μιλούσε. Απλά κρατούσα σημειώσεις.
Φαντάστηκα ότι όλο αυτό θα είναι μια «κλινική μελέτη». Θα παρατηρούσα και θα κατέγραφα τα προβλήματα, τις ελπίδες και τους φόβους των άλλων για ίδια χρήση. Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι δεν ήταν έτσι.
Ξέρεις, υπάρχει αυτή η «σαχλή εντύπωση», ότι δήθεν μπορείς να μείνεις απ’ έξω, βλέποντας τον πόνο των άλλων και να νιώθεις καλύτερα για την δική σου κατάσταση. Ποτέ δεν είναι έτσι. Αν απλά «βλέπεις», δεν γίνεσαι τίποτε άλλο από παθητικός καταναλωτής πόνου. Λίγο πιο φοβισμένος, λίγο πιο αναίσθητος.
Η σιωπή ήταν ανυπόφορη για μένα! Έβλεπα το θαύμα αυτών των ανθρώπων που είχαν κάνει το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για να καταπολεμήσουν την ασθένεια και δεν μπορούσα να πω κουβέντα. Ήθελα να τους συγχαρώ και να τους αγκαλιάσω. Πέτυχαν το πιο σπουδαίο, να σηκωθούν από την καρέκλα της αφασίας και να έρθουν στο ΚΕΦΙ για να μοιραστούν τις σκέψεις τους. Μην φανταστείς μελοδράματα, απλά τις σκέψεις της κάθε μέρας, το πώς είναι το εδώ και το τώρα. Να νιώσουν την λύτρωση του «μαζί». Το υπέρτατο όπλο απέναντι στο άγνωστο, τη συνειδητοποίηση, ότι ο άνθρωπος που είναι μέσα στους ανθρώπους, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί!
Και έφευγα γεμάτος κάθε φορά. Λίγη κουβέντα στο τέλος, μερικές σημειώσεις για το έργο, μα κυρίως έβλεπα το πρόσωπο μου στο ασανσέρ, κοιτούσα τα χέρια μου που βάσταγαν την τσάντα και παρακολουθούσα τα πόδια μου καθώς περπατούσαν και ένιωθα πως είναι να είσαι άνθρωπος. Όχι κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το έξω από τον κόσμο, μόνο το εδώ και το τώρα. Η ευκαιρία να μάθω περισσότερα για μένα.
Οι βδομάδες πέρασαν και ότι είχα να πάρω για το έργο το είχα πάρει. Για εμένα, πήρα πολλά περισσότερα και θα μπορούσα κι’ άλλα! Σκέφτηκα όμως ότι έπρεπε να είμαι ειλικρινής και να πω στην ομάδα ότι ο βασικός σκοπός της αποστολής μου είχε εκπληρωθεί. Ότι παραπάνω, θα ήταν σαν να εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη τους. Εκείνοι κάνοντας μου ένα δώρο, μου είπαν ότι μπορώ να έρχομαι όποτε θέλω. Τους ευχαρίστησα και τους υποσχέθηκα να ξαναέρθω μετά από κάποιο καιρό να μιλήσουμε για τέχνη. Μου πρότειναν κάτι σε σχέση με την τέχνη και το θάνατο ίσως.
Πέρασαν μήνες αλλά δεν ήμουν έτοιμος για μια τέτοια κουβέντα. Όταν όμως έφτασα κοντά στην ολοκλήρωση του έργου μου, ένιωσα πως ήταν η ώρα. Πριν μερικές βδομάδες πήγα πάλι. Η τέχνη δεν έχει να κάνει και πολύ με τον θάνατο, μπορεί συχνά να τον περιγράφει αλλά στην πραγματικότητα έχει να κάνει με τη ζωή. Πήγα λοιπόν και τους είπα το κρυφό μου μυστικό, το απατηλό μου όραμα, μια ζωή χωρίς τέχνη! Έναν άνθρωπο που θα είναι πλήρης, που θα ζει ενσυνείδητα την κάθε στιγμή χωρίς να έχει ανάγκη τις μικρές ή μεγάλες αποκαλύψεις που κάνει η τέχνη, για να νιώσει.
Ένα κόσμο, κάπως σαν κι’ αυτόν που βρήκα στην ομάδα.
Υ.Γ.
Αυτές οι σκέψεις αποτυπώθηκαν, με αφορμή την ευγενική τους παράκληση να καταγράψω την εμπειρία μου για την εφημερίδα και το site τους.
(Περισσότερα για το τι είναι το ΚΕΦΙ, τους στόχους τους και πώς μπορείτε να βοηθήσετε, εδώ.)
Αυτό και αν ήταν έκπληξη!
Ο Πάνος Μιχαήλ, συντάκτης και φωτογράφος της Lifo (αλλά για μένα, κατά κύριο λόγο, φίλος και συνοδοιπόρος στην παιδική χαρά που λέγεται internet) μου ζήτησε να γράψω μερικά πράγματα σε σχετικό αφιέρωμα του site, για το πώς ήταν να μεγαλώνεις στον Πειραιά τη δεκαετία του 80.
Οι αναμνήσεις μου αρχίζουν κάπως έτσι:
«Δεν ήταν ποτέ εύκολο. Ούτε τότε, ούτε τώρα. Σε κάθε εποχή, για να τη βγάλεις καθαρή στην εφηβεία πρέπει να ανήκεις κάπου, να είσαι σε μια ομάδα ή αλλιώς να φτιάξεις το δικό σου κόσμο.
Δεν μου άρεσε και πολύ αυτό που έβλεπα. Τα πράγματα βλέπεις, μεγαλώνοντας στον Πειραιά, ήταν τρομερά ξεκάθαρα. Η κυρίαρχη τάση έλεγε, τζίν Trusussardi, αυτό με τον μεγάλο κόκκινο «άσο» στην πίσω τσέπη, κίτρινα μποτάκια Timberland , τα γνωστά και ως «τυρόπιτες» και πουπουλένιο μπουφάν Chevignon. Το θυμάσαι? Αυτό με σήμα την πάπια στο στήθος και στο μανίκι)…»
Περισσότερα «εδώ στο site της LIFO».
Θυμήθηκα αυτό το έργο που έφτιαξα τον χειμώνα του 2003-2004. Δυστυχώς το μόνο που μου έχει μείνει, είναι αυτή η μέτρια φωτογραφία. Ήταν ο χειμώνας πριν «το καλοκαίρι της Ελλάδας». Ξέρεις, τότε που «ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας», τότε που το «χυδαίο καταναλωτικό πρότυπο μας είχε αλλοιώσει» και που «ξοδεύαμε περισσότερα από αυτά που παράγαμε». Τότε που δεν μας απασχολούσε «πού είναι οι άνθρωποι του πνεύματος» και «παίρναμε διακοποδάνεια, ξοδεύοντας χωρίς να υπάρχει αύριο».
Θυμάμαι «τη χρυσή εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτή». Ήταν τότε που ζούσα σε ένα σπίτι που φούσκωνε κάθε τόσο από την υγρασία και εγώ το έβαφα κάθε έξι μήνες λες και ήταν καράβι, για να την καλύψω. Τότε που οδηγούσα ένα γιαπωνέζικο αυτοκίνητο του 1989 και η μητέρα μου πράγματι είχε πάρει διακοποδάνειο, όχι για να πάμε κάπου, αλλά για να καλύψει τις ανάγκες του σπιτιού. Βλέπεις, πίστευε ότι μας άξιζε να ζούμε με ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, να έχουμε δηλαδή λεφτά για σουπερμάρκετ και το λογαριασμό του τηλεφώνου.
Τότε ονόμασα αυτό το έργο «Εθνική εορτή». Έτσι τις έβλεπα από τότε τις παρελάσεις και τις σημαίες. Έτσι έβλεπα το θαύμα της ανάπτυξης και τη διαβεβαίωση από τα ΜΜΕ ότι η χώρα (παρά τα σκάνδαλα της εποχής) όσο αφορά τα νούμερα της ανάπτυξης τουλάχιστον, πάει μπροστά. Και όπως αυτάρεσκα γράφουν οι δημοσιογράφοι όταν αναδημοσιεύουν ένα παλιότερο κείμενο τους, δεν θα άλλαζα σήμερα ούτε πινελιά.
Αργότερα βέβαια, το 2006 αγοράσαμε με την καλή μου, ένα ακριβό αυτοκίνητο. Βλέπεις πιστεύαμε ότι δυο νέοι άνθρωποι, με δυο μισθούς χωρίς παιδιά και αφού συμφωνήσαμε ότι τα επόμενα τρία χρόνια δεν θα μας ένοιαζε να ζούμε στο «καράβι», δικαιούμασταν μια εξτραβαγκάντσα. Σκεφτήκαμε ότι αφού την πληρώναμε με την δουλειά μας και κόβαμε από κάτι, που κάποιος άλλος θα θεωρούσε βασικότερη ανάγκη, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Βέβαια εγώ είχα ένα μικρό ψυχολογικό, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο πίστευα ότι δεν αξίζαμε τέτοια πολυτέλεια.
Ο καιρός πέρασε. Σήμερα έχω ακόμα το ίδιο αυτοκίνητο και πριν από τρία χρόνια με αφορμή την γέννηση της κόρης μας πίστεψα ότι διακαιόμουν μια ακόμα υπερβολή, ένα διαμέρισμα σαράντα ετών αγορασμένο με δάνειο διάρκειας άλλων τόσων χρόνων, που ανακαίνισα (και) με τα χέρια μου. Ένα σπίτι που θα είχε ένα ακόμα δωμάτιο και δεν θα χρειαζόταν βάψιμο κάθε τρεις και λίγο.
Το τότε ψυχολογικό μπέρδεμα με το αυτοκίνητο ευτυχώς με βοήθησαν να το λύσω τελευταία οι πολιτικοί αναλυτές της εποχής μας τώρα «που η φούσκα έσπασε». Κατάλαβα το λάθος μου, προφανώς ζω πάνω από τις δυνάμεις μου και τόση ευτυχία δεν την αξίζω. Με παρέσυρε βλέπεις η καταναλωτική δύνη.
Πρέπει να αλλάξω. Πρέπει να μάθω «να απλώνω τα πόδια μου μέχρι εκεί που το πάπλωμα μου φτάνει». Θα το κάνω, αρχίζοντας από τώρα.
Συγνώμη λοιπόν κοινωνία, συγνώμη πολιτεία, συγνώμη πολιτικοοικονομικό σύστημα, συγνώμη για τις υπερβολές μου. Συγνώμη που δεν κατάλαβα, συγνώμη που πάτωσα στην έκθεση με θέμα την αποταμίευση, συγνώμη που δεν πανηγύρισα στους δρόμους τα γκολ του Euro 2004, συγνώμη που δεν πάω στις παρελάσεις, που δεν έχω σημαία στο μπαλκόνι, που ζωγραφίζω τέτοια έργα και που ψάχνω ακόμα το «εθνικό» έξω από τα γαλανόλευκα πανιά και το τρίποντο του Διαμαντίδη.
Διάβολε, έχω πολύ δουλειά να κάνω…
Αυτό δεν ακούς τα τελευταία δυο χρόνια; Για το πόσο φταίμε για την κατάσταση και για το τί πρέπει να αλλάξει μέσα μας; Όλα ξεκινούν από εμάς. Πρέπει να ξυπνήσουμε και να δούμε την αλήθεια κατάματα: «Το πάρτι τελείωσε», «ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας», «εμείς επιλέξαμε όλους αυτούς που κυβερνούν», «δυστυχώς στην χώρα μας ο ορθολογισμός και ο διαφωτισμός πέρασαν και δεν ακούμπησαν», «πρέπει να σταματήσουμε να ήμαστε συναισθηματικοί και να αρχίσουμε να λειτουργούμε με τη λογική».
«Εμείς» ή μήπως «εσύ»;
Η λεπτομέρεια είναι ότι αυτός που ξεστομίζει αυτές τις φράσεις είναι και κάτοχος της αλήθειας τους, αλλιώς δεν θα τις έλεγε. Άρα αν βγάλω «αυτόν» από το κάδρο μένεις μόνο «εσύ».
Δυστυχώς…
Άρα εσύ πρέπει να αλλάξεις και όχι αυτός, το λέει εξάλλου και ο πιο προβεβλημένος διανοητής του καιρού μας. Δεν είναι τυχαίο πως η ρητορική του κ. Ράμφου άνθησε τόσο πολύ τις πρώτες μέρες της κρίσης. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης αλλά και το υπάρχον πολιτικό σύστημα, στα λόγια του, βρήκαν το τέλειο άλλοθι. Και τα ΜΜΕ και η πολιτική ηγεσία «ήξεραν τί έφταιγε και ήξεραν και πώς να το διορθώσουν». Το πρόβλημα ήσουν εσύ και το πώς θα αλλάξεις κατά τις επιταγές αυτών που κάλυπταν το «εσύ», με το «εμείς».
Για λίγο τους πίστεψα να σου πω την αλήθεια. Πίστεψα ότι το πρόβλημα είναι δευτερευόντως πολιτικό και κυρίως «ψυχολογικό». Φταίει η ραγιάδικη νοοτροπία μας, τα 400 χρόνια σκλαβιάς που δεν άφησαν τον διαφωτισμό και τον ορθολογισμό να ανθήσει, η παραληρηματική εγωκεντρική μας φύση. Πήγαν να με πείσουν ότι φταίει ο γενετικός μας κώδικας. Τί ειρωνεία…είναι οι ίδιοι άνθρωποι που κορόιδευαν την Φανή Χαλκιά για την δήλωσή της ότι η νίκη είναι στο DNA των ελλήνων.
Και τα αποτελέσματα του αντιντόπινγκ κοντρόλ δεν άργησαν να βγουν. Ούτε για την Χαλκιά ούτε για όλους τους παραπάνω αναγνώστες του Psychology for Dummies. Οι χώρες όλης της Ευρώπης άρχισαν να πέφτουν η μια μετά την άλλη. Τι να φταίει για αυτούς; Πως γίνεται να καταρρέουν; Δεν πέρασε ούτε από εκεί ο ορθός λόγος;
Ίσως να είναι άλλα σύνδρομα. Μήπως οι Ιρλανδοί, που εμπιστεύτηκαν το τραπεζικό τους σύστημα και αυτό κατέρρευσε, είναι ευκολόπιστοι και αφελείς; Μήπως οι Γερμανοί, που δέχονταν από την αρχή της δεκαετίας του 2000 μειώσεις μισθών και επιδομάτων ενώ έχουν μια από τις κυρίαρχες οικονομίες της γης, είναι μαζοχιστές και μοιρολάτρες; Οι Ισπανοί πάντως ξέρω. Το είχε πει σε μια συνέντευξη ο κ. Ράμφος. Φταίει ο Θερβάντες και ο Δον Κιχώτης που στοιχειώνουν το φαντασιακό τους και τους βάζει να παλεύουν με ανεμόμυλους.
Τι ειρωνεία πάντως, οι φορείς του ορθού λόγου να προσπαθούν να μας πείσουν ότι είμαστε συναισθηματικά ανώριμοι, προτάσσοντας ένα άλλο συναίσθημα, τον φόβο! Αν δεν γίνει αυτό ή το άλλο «η κρίση θα παρατείνεται και το σάπισμα θα βαθαίνει»…
Νομίζω ότι σε έναν πλανήτη που το 1% του πληθυσμού κατέχει το 99% του πλούτου, το πρόβλημα δεν είναι ψυχολογικό αλλά πρωτίστως πολιτικό.
Και εμείς; Προφανώς είμαστε συναισθηματικοί, αλλά αν νομίζει κάποιος ότι είναι «ο φορέας του ορθού λόγου» σε μια «κοινωνία ανώριμων» είναι τουλάχιστον υπερφίαλος. Προφανώς και φταις και εσύ και εγώ. Και για αυτά που μας προσάπτουν και για άλλα πολλά. Ας είμαστε ειλικρινείς όμως, καμία προσπάθεια για αλλαγή του εαυτού μας δεν πρόκειται να έρθει αν δεν ξεπεράσουμε το ενοχικό σύνδρομο που προσπαθούν να μας επιβάλουν τονίζοντας την «συναισθηματική ανωριμότητα της φυλής μας» και την έλλειψη ορθολογισμού των πολιτών αυτής της χώρας. Όπως επίσης καμία ελπίδα δεν έχει η λογική να πρυτανέψει σε συνθήκες όπου ο άνθρωπος λιώνει από άγχος και ανέχεια. Όποιον ψυχολόγο και να ρωτήσεις θα σου πει ότι είναι μάταιο τη στιγμή που το παιδί σου έχει χτυπήσει το πόδι του να πας και να του πεις «εσύ φταις που δεν πρόσεχες, στα έλεγα εγώ, κοίτα να γίνεις προσεκτικότερος». Το πιθανότερο είναι να αρχίσει να κλαίει περισσότερο!
Ας σταματήσουμε την ψυχανάλυση των κοινωνιών και το καπέλωμα τους με ταμπέλες. Τώρα είναι ώρα για κάθαρση του υπάρχοντος οικονομικού μοντέλου, συναίσθηση και προστασία αυτών που δεν μπορούν. Η προσπάθεια του ανθρώπου να κοιτά μέσα του και να γίνεται καλύτερος πρέπει να είναι αέναη και όχι επί τούτου, όχι ως απάντηση σε μια γενικότερη πολιτική κρίση. Δεν είναι «λύση», είναι ένα διηνεκές αίτημα. Σε τέτοιο περιβάλλον όπου κανείς (ούτε καν οι ειδικοί δεν έχουν πειστική απάντηση στα προβλήματα) δύσκολα μια κοινωνία μπορεί να δράσει με λόγο και ανάλυση.
Όταν η λογική του υπερπλούτου των ελάχιστων αρχίσει να ανατρέπεται, θα είμαι εδώ όλος χαρά, να ξαναμιλήσουμε για λογική.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ποτέ παρακολουθήσει την πορεία του Steve Jobs, του ηγέτη της Apple. Πριν λίγες μέρες διάβαζα εντυπωσιασμένος για τον εκπληκτικό αυτό άνθρωπο, τον εμπνευσμένο ηγέτη, τον πανέξυπνο μαρκετίστα, τον πρωτοπόρο της τεχνολογίας που ήθελε να άλλαξε τον κόσμο και ίσως και να τα κατάφερε.
Προφανώς τα προϊόντα που ανέπτυξε είναι μέρος της ζωής μου και ας μην έχω Mac ή iPhone. Από ό,τι έχω διαβάσει, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του οικιακού ηλεκτρονικού υπολογιστή, είναι ο εφευρέτης του mp3 player με το οποίο πηγαίνω για τρέξιμο, ενώ σίγουρα είναι θαυμαστό το επίτευγμα να έχεις μια συσκευή, όπως το iPhone, που σου επιτρέπεις να έχει internet εν κινήσει.
Δυστυχώς, αυτός ο τόσο προικισμένος άνθρωπος πεθαίνει από καρκίνο και πριν μερικές μέρες ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την εταιρία του. Ρίχνοντας μια ματιά στο βιογραφικό του και στις μνημειώδεις φράσεις του, θα δεις το απαύγασμα του αμερικανικού ονείρου. Ο περιθωριακός αλλά έξυπνος νέος που, αν και φτωχός και χωρίς ακαδημαϊκή εκπαίδευση, τα καταφέρνει βάζοντας τα γυαλιά στους άλλους, που ναι μεν προετοιμάστηκαν «θεσμικά» για την επιτυχία αλλά ήταν ιδιαιτέρα μαλθακοί και ανόρεκτοι…
Εμπνεόμενος από αυτό το όνειρο, συμβούλευε τους νέους «να μην καταταγούν στο ναυτικό αλλά να γίνουν πειρατές», και «να μείνουν πάντα πεινασμένοι». Όχι άσχημα για όσους ψάχνουν πάντα το καινούριο και πιστεύουν ότι ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο.
Κάθε μάχη όμως (ακόμα και αυτή του καλού με το καλύτερο) έχει θύματα. Πράγματι, ο Jobs άλλαξε τον κόσμο, αντικατέστησε το παλιό μου Walkman με MP3 player, άλλαξε τον τρόπο που λειτουργεί η γραφιστική και έδωσε σε όλους τη δυνατότητα να είναι «συνδεδεμένοι». Όπως το καταλαβαίνω εγώ μιλάμε για ένα κόσμο που είναι βουτηγμένος στην ενημέρωση αλλά όχι στην μόρφωση, (στην πιο βαρυσήμαντη ομιλία του δήλωσε εξάλλου ότι το γεγονός ότι παράτησε το πανεπιστήμιο ήταν από τα καλύτερα πράγματα που του έχουν συμβεί). Συνεχώς διάσπαρτοι πνευματικά, χωρίς εμβάθυνση, έρμαιοι της εικονικής πραγματικότητας που άλλοι θα έχουν επιλέξει για εμάς. “Πρεζάκια” της επικαιρότητας που θα μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας για τον εαυτό μας και τους οικείους μας, με ένα συνεχές άγχος για τις μετοχές της Wall Street, τους σεισμούς στην άλλη άκρη της γης και τα ρομάντζα κάποιας εξωτικής βασιλικής οικογένειας.
Πίστεψε σε μια ζωή που επιτάσσει να μην χαίρεσαι και να μην ηρεμείς με το καλό, να ψάχνεις σαν εξαρτημένος αενάως το καλύτερο και να μην εκτιμάς ποτέ αυτό που έχεις. Σε μια διεστραμμένη πορεία, που επιβάλει στον άνθρωπο να πηγαίνει μόνο μπροστά.
Η πορεία προς τα μπρος και η πείνα δύσκολα παίρνουν αιχμάλωτους. Στην πορεία του, από ό,τι διαβάζω, απέκτησε μετοχές αξίας κάποιων «απειροεκατομμυρίων» δολαρίων, περιουσία που, κατά την γνώμη μου, είναι εντελώς χυδαίο να κατέχεται από ένα και μόνο ανθρώπινο ον, ενώ παράλληλα στα εργοστάσια της Κίνας που φτιάχνονται τα τεχνολογικά αυτά αριστουργήματα, ο κόσμος δουλεύει σαν σκλάβος όλη μέρα για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτό όμως είναι λογικό αν είσαι πειρατής. Όταν κουρσέψεις εφαρμόζεις τους δικούς σου κανόνες.
Ας είναι ένα καλύτερο μέρος αυτό που πηγαίνει, θα μου λείψει, όπως μου λείπουν πάντα οι ευφυής άνθρωποι που τόσο θαυμάζω. Άλλο ένα σπαταλημένο ταλέντο, που έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία όχι ενός καλύτερου κόσμου αλλά ενός κόσμου που ο καθένας σκέφτεται τον εαυτό του και ό,τι προσφέρει, το κάνει με σκληρό αντάλλαγμα.
Αλλά όπως λένε και οι αμερικάνοι “No remorse, no regrets”. Εξάλλου, πόλεμο έχουμε.
Το Σάββατό ήμουν στη λίμνη Δόξα, στην ορεινή Κορινθία. Πηγαίνοντας δεν ήξερα πολλά, εκεί όμως βρήκα μια κυρία που πουλούσε ψωμί, μέλι και όσπρια μαζί με την κόρη της, τον δίχρονο ανιψιό της και ένα αντίστοιχης ηλικίας γειτονόπουλο. Η κυρία είχε αφήσει τον πάγκο στη δούλεψη της κόρη που ήταν μεγάλη και εκείνη ψάρευε μικροσκοπικούς κυπρίνους με μια τρύπια απόχη παρέα με τον ανιψιό και το γειτονόπουλο.
Μου είπε ότι η λίμνη είναι τεχνητή και φτιαχνόταν εδώ και δέκα χρόνια προκειμένου να ποτίζονται τα χωράφια στον κάμπο του Φενεού (και να προστατεύονται παράλληλα από τις πλημμύρες). Χρειάστηκε πολύ δουλειά, κόπηκε το δάσος σε εκείνο το σημείο και σκάφτηκε ως και ογδόντα μέτρα βάθος για να γίνει αυτό το θαύμα που έβλεπα μπροστά μου. Άξιζε η θυσία των δέντρων.
Ή μάλλον άξιζε σχεδόν. Βλέπεις η λίμνη λειτουργεί μόνο ως αξιοθέατο, αφού ενώ έχουν τελειώσει τα έργα κατασκευής της δεν υπάρχουν οι σωληνώσεις που θα κάνουν το νερό να φτάσει στα χωράφια. Ουσιαστικά λοιπόν έχουμε μια τεράστια σπατάλη φυσικών πόρων και είμαστε πάλι στο μηδέν.
Τη ρώτησα αν κάνουν μπάνιο εδώ μιας που δεν υπήρχε κανένας στο νερό και μου είπε πως συνήθως κάνουν. Βούτηξα λοιπόν, μόνος. Κολύμπησα μέχρι τη μέση και ένιωσα κυρίαρχός της. Όχι μόνο της λίμνης αλλά και των βουνών γύρω μου. Μόνος, ακούγοντας το τίποτα, ψιθυρίζοντας στο βάθος του μυαλού μου το The Lake του Anthony.
Βγαίνοντας, η καλή μου με ενημέρωσε για τον θορυβώδη κύριο που διακήρυττε μεγαλόφωνα ότι δεν θα κολυμπούσε ποτέ εκεί, αφού υπήρχε φόβος να τον δαγκώσουν νερόφιδα. Επίσης παίρνοντας το δρόμο για το γυρισμό, πρόσεξα τις τρύπες στους κάδους από τους μαθητευόμενους σκοπευτές που αφού δεν τα καταφέρνουν στο κυνήγι, ξεχαρμανιάζουν όπου πιο βολικά.
Ξέχασα!
Όταν ήμουν στη λίμνη μόνο για μια στιγμή ένιωσα κυρίαρχος. Μόνο για μία. Αμέσως κατάλαβα ότι, αν και για λίγο η λίμνη ήταν δική μου, δεν ήμουν παρά ένα ακόμα μικρό μυρμήγκι, ένα ελάχιστο κομμάτι της ζωής εκεί. Τώρα το ξέρω, όταν πάψω έστω και για μια στιγμή να νιώθω κυρίαρχος ή απέναντι στη φύση, θα είναι το ουσιαστικότερο βήμα για να καταλάβω τι θα πει να είσαι άνθρωπος.