Kωνσταντίνος Κωστούρος
  • Κατηγορίες





    Links

  • Αυτά πότε τα συμφωνήσαμε;

    25.04.2012

    Η φωτογραφία είναι από το blog http://cartoonpolitics.tumblr.com/

     

    Εντάξει, οι περισσότεροι συμφωνούμε ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ότι καλύτερο μπορούμε να έχουμε. Ψηφίζουμε, εκλέγουμε αυτούς που θεωρούμε καλύτερους για τη δουλειά και τους ελέγχουμε κάθε 4 χρόνια.

    Μέχρι πρόσφατα και όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, η κουβέντα πάντα είχε να κάνει με συγκεκριμένα θέματα. Το ποσό των αυξήσεων των μισθών, ή ανεργία, η εγκληματικότητα και η διαφύλαξη των συνόρων της χώρας. Οι «λύσεις» για τα συγκεκριμένα προβλήματα ήταν συγκεκριμένες. Διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες για τους μισθούς, μικρές ή μεγάλες επιχορηγήσεις για τις επιχειρήσεις προκειμένου να καμφθεί η ανεργία, καλύτερη αστυνόμευση μέσω της αναδιοργάνωσης της αστυνομίας ή προσλήψεις αστυνομικών και τέλος, αγορά όπλων και στρατιωτική θητεία «λάστιχο», κάποτε μεγαλύτερη και κάποτε μικρότερη. Δεν έχω αμφιβολία ότι σε όλο το δυτικό κόσμο, πάνω κάτω αυτά συζητούσαν.

    Όμως ενώ εμείς προσπαθούσαμε να διαλέξουμε την καλύτερη λύση (από τις παραπάνω πάντα) για «τα προβλήματα της καθημερινότητας» μια άλλη παράλληλη ατζέντα εξελισσόταν. Προσπαθώ να θυμηθώ πραγματικά, πότε ρωτηθήκαμε για διάφορα άλλα «ψιλοπράγματα».

    Αλήθεια, πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία ότι η χώρα μας θα γίνει η φυλακή της Ευρώπης για τους μετανάστες; Γιατί αν δεν κάνω λάθος με τη συνθήκη «Δουβλίνο 2» «…ο μετανάστης που μπαίνει στην Ευρώπη είναι υποχρεωμένος να κάνει τα χαρτιά στην πρώτη χώρα που τον υποδέχεται. Αν τον πιάσουν αλλού, τον στέλνουν στην αρχή της διαδρομής, όπως στο επιτραπέζιο «φιδάκι». Δεδομένου ότι έρχονται ποδαράτα ή βαρκάδα, οι περισσότεροι μπαίνουν στην Ελλάδα. Για να μη λέμε λόγια του αέρα: το 90% των ξένων που εισέρχονται παρανόμως στην Ευρώπη μπαίνουν από την Ελλάδα.» Πότε συμφωνήσαμε σε αυτό, ζητώντας μάλιστα χρήματα από την Ε.Ε. για να τα καταφέρουμε?

    Πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία ότι το πρώτο κόμμα στις εκλογές πρέπει να πάρει 50 έδρες παραπάνω στο κοινοβούλιο ως «προίκα», για να είναι αυτοδύναμο, όπως θα γίνει σε αυτές τις εκλογές;

    Πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία ότι οι βουλευτές έχουν το ακαταδίωκτο, μέσω το νόμου περί ευθύνης υπουργών;

    Υποψιαζόμασταν ότι ένα ρουσφέτι στο στρατό ή τα στραβά μάτια στο αυθαίρετο μας, θα είχαν ως αντάλλαγμα έναν βουλευτικό ή υπουργικό θώκο. Υποθέσαμε ότι αυτό συνεπάγεται με μια θέση εξουσίας, βουλευτική μερσεντές και μεγαλεία στο προεδρικό μέγαρο. Δεν μας είπαν όμως ότι το αντάλλαγμα στην πραγματικότητα θα είναι off shore και μίζες εκατομμυρίων ευρώ. Μήπως να ζητούσαμε κάτι παραπάνω;

    Αλλά και γενικότερα, σε όλο το δυτικό κόσμο, πάλι κάτι ξέχασαν να πουν. Αποδεχόμενοι τον καπιταλισμό, συμφωνήσαμε ό,τι ο πιο έξυπνος και ο πιο ικανός θα αμείβετε περισσότερο για αυτά που παράγει, άρα θα έχει και μεγαλύτερη πρόσβαση σε καταναλωτικές δαπάνες. Με απλά λόγια θα περνάει τη ζωή του ευκολότερα. Στην Αγγλία ας πούμε πριν το 1980, ένας διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, κέρδιζε 10 φορές περισσότερα από έναν εργάτη. Όλα καλά(;) ως εδώ. Όμως το 2007 έφτασε να κερδίζει 100 φορές (0:35:13). Πότε συμφωνήσαμε ως κοινωνία, να ανοίξει τόσο η ψαλίδα;

    Επίσης, πότε συμφωνήσαμε ότι αυτό το υπερκέρδος που παράγεται ουσιαστικά από την κοινότητα (μιας που μια εταιρία είναι μέρος της κοινότητας) θα μπορεί ο ιδιοκτήτης να τα «φυλακίζει» σε μια τράπεζα και δεν θα τα επανεπενδύει για όφελος της κοινότητας; Ή ακόμη γελοιωδέστερα. Πότε συμφωνήσαμε ότι μπορεί ο αποθηκευμένος πλούτος κάποιου, να δημιουργεί διεστραμμένες υπεραξίες τύπου Roman Abramovich και Chelsea F.C.; Πότε συμφωνήσαμε δηλαδή ότι ένας μεγιστάνας όταν δεν ξέρει τι να κάνει τα λεφτά του (ή ψάχνει τρόπο για να τα ξεπλύνει) μπορεί να αγοράζει μια ποδοσφαιρική ομάδα και να πληρώνει ας πούμε έναν ποδοσφαιριστή, κάποια εκατομμύρια ευρώ;

    Πότε συμφωνήσαμε ότι ένα καινούριο φάρμακο είναι «προϊόν» όπως ακριβώς και ένα καινούριο ρούχο. Μπορεί δηλαδή να το έχει πατέντα μια εταιρεία για δεν ξέρω και εγώ πόσα χρόνια, και το κέρδος από αυτό να πηγαίνει στους μετόχους της εταιρείας, μονοπωλώντας ουσιαστικά την αγορά, μην επιτρέποντας σε αυτό το φάρμακο να είναι προσιτό για όλους;

    Πως μας έπεισαν ότι ο πλούτος δεν είναι κοινωνικό αγαθό αλλά ισχύει το «λεφτά μου είναι και ότι θέλω τα κάνω»; Πως μας έπεισαν ότι ο ποδοσφαιριστής δικαίως παίρνει αυτά τα υπέρογκα χρήματα, αφού «τα φέρνει πίσω από τους χορηγούς»; Λες και ο πραγματικός χορηγός δεν είμαι εγώ και εσύ που πληρώνουμε κάθε φορά την υπεραξία, μέσω της ανατίμησης του προϊόντος που αγοράζουμε στο σουπερμάρκετ.

    Μέχρι χθες τα κουτσοκαταφέρναμε ως κοινωνία, με τα «προβλήματα της καθημερινότητας». Τώρα όμως που το πρόβλημα είναι η ίδια η καθημερινότητα, ας μην φοβηθούμε να το πούμε, το μαγαζί δεν τη βγάζει με ένα βάψιμο και καινούρια χαλιά από το παζάρι. Κάποιοι λένε ότι θέλει γκρέμισμα. Εγώ πάντως επειδή είμαι συντηρητικό παιδί, καλής οικογένειας, μικροαστός, από αυτούς που οι επαναστάσεις και το αίμα τους φοβίζουν, λέω ότι αν το ίδιο το σύστημα δεν φροντίσει την αυτοσυντήρηση του, με μια γερή δόση δικαιοσύνης και αναδιανομής θα καταρρεύσει. Μερικοί από τους «όποιους υπευθύνους» θα τιμωρηθούν παραδειγματικά, αλλά το τίμημα θα είναι ότι εδώ θα μείνει ο πόνος των πολλών.

    Θα μου πεις πάντα έτσι δεν γινόταν, αυτή δεν ήταν πάντα η κατάληξη; Έτσι ήταν. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν και οι κοινωνίες κινούνται μια από εδώ και μια από εκεί. Πότε χειρότερες και πότε καλύτερες. Η βασική ουτοπία που καταλύθηκε σήμερα, είναι αυτή της συνεχούς ανάπτυξης, που ήθελε τις κοινωνίες να πηγαίνουν «πάντα προς τα μπρός».

    Καλώς ή κακώς έχω πάντα αυτή την γελοία ελπίδα, ότι εμείς θα είμαστε αλλιώς. Ότι για να «ισιώσει λίγο το σύστημα» δεν θα χρειαστεί να περάσουμε από καταστροφή όπως παλιά. Τι να πεις, ίσως κάποια πράγματα να μην αλλάζουν ποτέ.

    (Ίσως όμως και κάποια να αλλάζουν…)



    Ο Κάιν και ο παρ’ ολίγον θάνατος της πασχαλίτσας.

    30.03.2012

     

    Ξαφνικά άκουσα να με φωνάζει από την βεράντα. Όταν βγήκα, μου έδειξε μια μικρή πασχαλίτσα που σερνόταν σιγά σιγά προς την μπαλκονόπορτα. «Κοίτα μπαμπά», μου είπε προσπαθώντας να της φράξει το δρόμο. Η πασχαλίτσα πάλευε να ξεφύγει. «Τι να κάνω, να την πατήσω;». Όχι βέβαια της απάντησα, γιατί να το κάνεις αυτό; «Και αν ανέβει στην φούστα μου;». Δεν νομίζω ότι έχει τέτοια διάθεση, εκείνη πρέπει να φοβάται περισσότερο από εσένα. Δεν είπε κάτι άλλο, αλλά την είδα ότι την «έτρωγε» το πόδι της. Της είπα κοίτα να δεις, αυτή είναι μια μικρή άκακη πασχαλίτσα που κάνει βόλτα στην βεράντα μας και δεν μας ενοχλεί. Δεν βλέπω κανένα λόγο να τη σκοτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, αν και είσαι μόνο 3,5 χρονών, εσύ είσαι η μεγάλη και αυτή είναι η μικρή. Το αν θα ζήσει ή θα πεθάνει κρέμεται στη δική σου διάθεση, είναι δική σου ευθύνη, αποφάσισε ότι θες. Μπήκα μέσα και περίμενα. Είδα ότι αμφιταλαντευόταν και τελικά ήρθε και εκείνη μαζί μου, χωρίς να κάνει τίποτα.

    Καθώς με προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι που είχε αφήσει τα παιχνίδια της, άκουσε ένα μεγάλο μπαμ! Ήταν τα χέρια μου που χτύπησαν απότομα παλαμάκια στον αέρα. Σκότωσα ένα μικροσκοπικό μυγάκι που είχε μπει από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Γύρισε αμέσως και με κοίταξε. Τις είπα κάτι σαν, ότι το έκανα γιατί το ζωύφιο μπήκε σπίτι μας και θα μας ενοχλούσε. Ένιωσα πραγματικά «άκυρος» σε σχέση με την διάλεξη που είχα κάνει πριν λίγα δευτερόλεπτα. Η ευκολία με την οποία είχα αποφασίσει για τη ζωή της μύγας ήταν αφοπλιστική. Εκείνη δεν μου είπε τίποτα, μόνο γύρισε το κεφάλι προς τα παιχνίδια της και μετά από μερικά λεπτά, απλά μου ανακοίνωσε ότι θα άφηνε την πασχαλίτσα να ζήσει.

    Μου ήρθε στο μυαλό το «Κάιν», το τελευταίο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου που κατά σύμπτωση είχα διαβάσει αυτές τις μέρες. Ο Σαραμάγκου νομίζω ότι ήταν ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος και γι’ αυτό τον αγαπώ τόσο πολύ. Ταλαιπωρήθηκε από θεό και ανθρώπους, κάτι που είναι εμφανές στα βιβλία του. Στην καθολική Πορτογαλία που γεννήθηκε, οι σημαντικότερες αξίες στη ζωή είναι τα 3 F (fado, Fatima, football). Το Fado είναι η παραδοσιακή τους μουσική, στην πόλη Fatima υπάρχει ξακουστός ναός προς τιμή του θαύματος που θρυλείται ότι έλαβε χώρα εκεί, και το football είναι το ποδόσφαιρο. Εκεί, ανάμεσα στην ένταση της πίστης για το θαύμα και τη δύναμη της επίσημης καθολικής εκκλησίας, υποθέτω ότι θα ένιωθε όπως οποιοδήποτε μυγάκι ανάμεσα στα χέρια ενός αγνώστου ή αφημένος στις ορέξεις κάποιος πιτσιρίκας.

    Δεν έχει και μεγάλη ιδέα για το θεό, για την ακρίβεια δεν του αρέσει καθόλου, τουλάχιστον όπως αυτός παρουσιάζεται μέσα από τις σελίδες της βίβλου. Τον παρουσιάζει μοχθηρό, ανόητο και αφελή. Στον Κάιν, βάζει το βιβλικό πρωταγωνιστή του, να πολεμά το θεό και να τα καταφέρνει (περίπου).

    Οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη βίβλο υποστηρίζουν ότι ειδικά η παλιά διαθήκη είναι ένα πολυεπίπεδο έργο, που αν κάποιος δεν έχει στενή σχέση με τη θρησκεία, εύκολα μπορεί να το παρερμηνεύσει. Ο Σαραμάγκου όμως «απλά τη διαβάζει», δεν μπαίνει στην διαδικασία να αναλύσει τι καλό κρύβεται από κάτω ή τί άλλο θέλει να πει ο θεόπνευστος συγγραφέας. Εξάλλου γιατί να κάνει κάτι παραπάνω; Η βίβλος είναι το κείμενο που έχει διαβαστεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στην ανθρώπινη ιστορία και απευθύνεται στον οποιονδήποτε. Λογικά με τη πρώτη ανάγνωση, ακόμα και αν δεν έχεις το κατάλληλο θρησκευτικό υπόβαθρο, ακόμη και αν δεν σε καταλαμβάνει αμέσως η όποια αλήθεια του, θα έπρεπε να σε πείθει το «ακέραιο του θεϊκού προσώπου», όπως αυτό παρουσιάζεται από τις πράξεις του. Αυτό όμως που βλέπει ο Σαραμάγκου, στην παλιά διαθήκη δεν του αρέσει.

    Θα μπορούσαμε εύκολα να πούμε ότι είναι άθεος, άπιστος ή και βλάσφημος, όμως είναι εμφανές ότι κάτι τον τρώει. Όταν κάτι δεν μας αφορά, όταν κάτι είναι τελείως ψευδές, απλά δεν ασχολούμαστε μαζί του, δεν δίνουμε τον καλύτερο μας εαυτό εναντίον του. Στην διάρκεια της ζωής του, τα καλύτερα έργα που έχει γράψει, είχαν να κάνουν με το θείο. Ο Σαραμάγκου δεν αδιαφορεί, συνδιαλέγεται με αυτό, ψάχνει, οργίζεται, πολεμάει. Νιώθει ότι αν υπάρχει θεός, θα έπρεπε να «είναι» αλλιώς. Γι’ αυτό παραμένει ως συγγραφέας τόσο γοητευτικός, είναι αγωνιστής, ήρωας καταδικασμένος από την αρχή.

    Όλα τα πλάσματα στη φύση έχουν ελπίδες και φόβους, βέβαια απέναντι στο άγνωστο αντιδρούν διαφορετικά. Εγώ πάντως νιώθω δέος απέναντι στους πιστούς και από τους αδιάφορους, προτιμώ τους αγωνιστές. Να, σαν την πασχαλίτσα ας πούμε.



    Είμαι αυτό που βλέπω όταν ξαγρυπνώ.

    14.03.2012

     

    Μήπως είσαι η παρακάτω περίπτωση;

    Υπάρχουν άνθρωποι, που όταν τους ρωτούν «με τι ασχολείστε» δεν ξέρουν τι να πουν. Αρχίζουν τα μισόλογα, «είμαι ηθοποιός αλλά δουλεύω σαν μπάρμαν», «είμαι συγγραφέας αλλά δουλεύω και σαν γραμματέας», «είμαι ζωγράφος αλλά κάνω μαθήματα σε παιδιά σε ένα εργαστήρι» ή ότι άλλο.

    Όλοι αυτοί, δείχνουν σαν να ζουν συνεχώς μια μετάβαση, να περιμένουν το άλλο, και εκεί συνήθως αρχίζει η κοροϊδία από τους τρίτους. Θυμάμαι, είχα ακούσει κάποτε ένα γνωστό συγγραφέα να προτρέπει «τους αποτυχημένους» να πάψουν να ζουν στην φαντασίωση τους. Να αρχίσουν να κάνουν την πρωινή τους δουλειά καλά. Όπως έλεγε, έχουμε γεμίσει από κομμωτές που νομίζουν ότι είναι καλλιτέχνες. Βλέπεις, το ότι σου φέρνουν λάθος την παραγγελία ή αργούν να σε εξυπηρετήσουν στο γκισέ, οφείλεται και στο γεγονός ότι ο πράτων, τις απλές αυτές εργασίες δεν τις εκτελεί με ζέση, αφού στην πραγματικότητα θα ήθελε να ήταν κάτι άλλο. Ίσως να είναι και έτσι.

    Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τυραννία από το να βρίσκεσαι σε πόλεμο με την καθημερινότητα σου, να μην βρίσκει διέξοδο η δημιουργικότητα σου. Σίγουρα αυτό που μας καθορίζει είναι οι πράξεις μας, αλλά μπορείς να ζήσεις μόνο με αυτό;

    Εγώ όχι. Ξυπνάω το πρωί και κάνω την όποια δουλειά μου ανατεθεί για τα προς το ζην, με αξιοπρέπεια και φιλοτιμία. Όχι μόνο γιατί αυτή η δουλειά μου δίνει τα βασικά, αλλά και ως ελάχιστη ένδειξη ευθύνης, απέναντι στους ανθρώπους που αυτή η δουλειά απευθύνεται. Αλλά δεν είμαι αυτό. Είμαι αυτό που βλέπω όταν ξαγρυπνώ. Το όραμα που με τινάζει από το κρεβάτι μου και με κάνει να ψάχνω για το επόμενο έργο, την επόμενη ιδέα. Όσο ξαγρυπνώ δεν τα παρατάω, δεν αφήνω το υψηλό στα χέρια αυτών που κοιτάζουν αφ’ υψηλού. Δεν τους δίνω το δικαίωμα να με καθορίζουν. Όλοι έχουμε τη διαδρομή μας και στο τέλος θα δείξει για τι είναι φτιαγμένος ο καθένας.

    Φέρνε λοιπόν τους καφέδες στην ώρα τους, αλλά μην τους αφήσεις να σε κάνουν να πιστέψεις ότι μόνο γι’ αυτό είσαι προορισμένος.



    Μεταχειρισμένα υλικά. (Ιδέες, σκέψεις, μουσικές κ.τ.λ.)

    01.02.2012

    Άκουγα πάλι τις προάλλες ένα παραδοσιακό αρμένικο τραγούδι που τραγουδά ο Serj Tankian με το πατέρα του. Ο Serj δεν είναι κανένας τυχαίος, είναι ο τραγουδιστής των System of a Down, ενός από τα μεγαλύτερα Μέταλ συγκροτήματα του κόσμου. Οι τύποι είναι περίεργη ιστορία, όχι ακριβώς η κλασική αμερικάνικη μπάντα αλλά σίγουρα αμερικάνοι. Όπως και τόσοι άλλοι, ήταν παιδιά όταν οι γονείς τους ξενιτεύτηκαν από την πατρίδα τους για ένα καλύτερο μέλλον. Οι System είναι όλοι αρμένικης καταγωγής, γράφουν από thrash metal έως τραγούδια που οι ανατολίτικες αναφορές τους είναι πρόδηλες.  Όμως κοίτα, τώρα που έχουν μια αρκετά μεγάλη καριέρα πίσω τους, ο τραγουδιστής εμφανίζεται να τραγουδάει παραδοσιακά τραγούδια με το μπαμπά του.

    Μια πιο απλή και διάσημη περίπτωση είναι ο Έλβις. Άκου πως τραγουδάει το 1956 το Long Tall Sally. Βραχνή φωνή, μαγκιά, πρόκληση, καινούρια πράγματα, Rock and Roll! Για κοίτα όμως πως το λέει το 1970. Όλοι τον ξέρουν πια, δεν χρειάζεται να μεταμφιέζει τη φωνή του, δεν είναι πάρα ένα επαρχιωτόπουλο. Δεν έχει ανάγκη να κρύβει την “hillbilly” προφορά του. Άσε που τα μουσικά του ενδιαφέροντα έχουν αλλάξει. Μπορεί το Rock and Roll να τον έκανε διάσημο, αλλά εκεί, προς το τέλος της ζωής του, ήθελε να τραγουδάει τραγούδια σαν και αυτά που άκουγε όταν ήταν μικρός. Spiritual, Country και Blues. Βλέπεις, όταν μεγαλώνουμε, όλοι πηγαίνουμε πίσω στην πιο αγαπημένη πατρίδα, την παιδική μας ηλικία.

    Θυμάμαι, όταν ανακαινίζαμε το σπίτι μας, είχαμε αποφασίσει να γκρεμίσουμε μερικούς τοίχους και να χτίσουμε άλλους, προκειμένου να αλλάξει η διαρρύθμιση. Για να γίνει αυτό χωρίς να ξοδευτούν πολλά χρήματα σε καινούρια υλικά, «έκανα τούβλα» όπως λέμε στην «απλή οικοδομική». Αυτό σημαίνει ότι έπαιρνα όσα παλιά τούβλα είχαν μείνει γερά από το γκρέμισμα, τα καθάριζα και ο χτίστης τα ξαναέβαζε στον καινούριο τοίχο. Βέβαια ο πολύπειρος τεχνίτης με είχε προειδοποιήσει, «Να ξέρεις, αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο μια φορά. Αυτά τα τούβλα ακόμα και αν επιζήσουν από επόμενο γκρέμισμα, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τρίτη φορά. Δεν είναι ασφαλές».

    Σκεφτόμουν τις προάλλες τι θα κάνουν οι άνθρωποι τις γενιάς μου αλλά και οι νεότεροι όταν θα μεγαλώσουν. Που θα γυρίσουν? Ο Έλβις είχε να πάει κάπου. Τα Gospel και η Country μουσική προφανώς δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης, αλλά είναι μουσικά είδη που μορφοποιήθηκαν μέσα από μια εξελικτική διαδικασία. Οι παλιές γενιές έβαζαν και από ένα λιθαράκι διαμορφώνοντας το οικοδόμημα. Αυτό βέβαια δεν έχει να κάνει μόνο με τη μουσική, έχει να κάνει με τα πάντα στον πολιτισμό.

    Όλα αυτά όμως μέχρι το τέλος του μοντερνισμού. Από εκεί και έως σήμερα, την εποχή δηλαδή του μεταμοντερνισμού, τι μας παραδίνεται? (Παρεμπιπτόντως αυτό που ορίζεται ως μεταμοντερνισμός, έχει φτάσει ή όπου να’ ναι φτάνει, στο τέλος του. Θα με θυμηθείς…)

    Φοβάμαι πως το χάος της πληροφορία και η φούσκα της δυτικής πολυπολιτισμικότητας δεν θα μας αφήσουν καμία παράδοση να γυρίσουμε. Γιατί είμαστε παιδιά της pop. Γιατί είναι οκ να πηγαίνεις και στα μπουζούκια, και στην όπερα. Είναι λογικό να είσαι χριστιανός αλλά να κάνεις και ασκήσεις ζεν. Να τρως και γεμιστά και κινέζικο και ιταλικό. Γιατί μεταμοντέρνος άνθρωπος είναι αυτός που «τσιμπάει» από κάθε πολιτισμό, από κάθε σχολή σκέψης από κάθε παγκόσμια παράδοση και τα προσαρμόζει όλα στο δικό του εσωστρεφές δυτικοποιημένο ιδίωμα. Κάνει το καινούριο, το διαφορετικό. Τα έχει όλα ενώ έχει καταλάβει τα μισά και έχει εφαρμόσει ελάχιστα. Παίρνει τα παλιά υλικά και φτιάχνει ένα καινούριο τοίχο εντελώς προσωπικό, στρεβλό, χωμένο στα trends και σε ελάχιστη επαφή με τις ανάγκες του. «Δεν παίρνει λογαριασμό, δεν δίνει λογαριασμό», ακριβώς έτσι όπως το έλεγε η παλιά διαφήμιση.

    Εμείς έτσι μεγαλώσαμε, έτσι μας έμαθαν, έτσι μαθαίνει και η γενιά του τώρα. Άνθρωποι χωρίς βάση, με τα πόδια να πατούν σε χίλιες βάρκες.

    Όταν όμως μεγαλώσουμε και το άγχος του καινούριου, του «δικού μας προσωπικού ιδιώματος» πάψει να μας διατρέχει, όταν θα θελήσουμε να γυρίσουμε στη βάση μας τι θα βρούμε εκεί? Τίποτε άλλο από ένα μάτσο μεταχειρισμένα υλικά, κομμάτια από το παρελθόν που άλλοι έχουν παρατήσει. Ελάχιστα πράγματα που να μας έχουν παραδοθεί. Και τότε φοβάμαι ότι θα καταλάβουμε καλά τι εννοούσε ο μάστορας που έχτιζε τον τοίχο στο σπίτι μου.



    Μήπως γενικά η ιδέα ενός Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης είναι επιβλαβής;

    05.01.2012

    Την προηγούμενη βδομάδα διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο του Όμηρου Δ. Τσάπαλου με τίτλο «Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης: Γιατί να κτιστεί αφού ήδη υπάρχει;» και παρακολούθησα με ενδιαφέρον μικρές συζητήσεις που ακολούθησαν στο Facebook. Εν πολύς ο συντάκτης αναρωτιέται γιατί η πολιτεία να μπει στην «περιπέτεια» της ανακατασκευής του παλιού εργοστασίου του Φιξ, ενώ υπάρχει ήδη ο χώρος του μουσείου Μπενάκη που θα μπορούσε να καλύψει την όποια ανάγκη για μουσείο σύγχρονης τέχνης. Οι συζητήσεις που παρακολούθησα είχαν να κάνουν πέραν της ουσίας του άρθρου, με την ιστορικότητα του κτιρίου του Φιξ ή ακόμα και με την αναγκαιότητα η μη ενός τέτοιου μουσείου σήμερα. Τώρα μάλιστα που η κρίση έχει οδηγήσει στην κατάρρευση του μοντέλου της ανάπτυξης, όπως αυτή τουλάχιστον την καταλαβαίναμε στο παρελθόν (ή μάλλον, υποθέτω ότι εκεί έχει οδηγήσει).  

    Από ότι καταλαβαίνω λοιπόν, ίσως να μην είναι αναγκαίο σήμερα ένα τέτοιο μουσείο. Ήταν αναγκαίο όμως στο παρελθόν; Τι εξυπηρετούσε; Μπορεί ας πούμε κάποια στιγμή στο μέλλον, κάτι ανάλογο να μας ξαναχρειαστεί;

    Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και ας δούμε «τι δουλειά κάνει» ένα μουσείο. Να τι λέει η Wikipedia στην ελληνική της έκδοση για τη λέξη Μουσείο:

    {Με τον όρο Μουσείο εννοείται σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της ICOM (International Council of Museums) «ένα μόνιμο ίδρυμα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, που έχει ως έργο του τη συλλογή, τη μελέτη, τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση και την έκθεση τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος, με στόχο τη μελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία».

    Βάσει του σύγχρονου ορισμού τους τα μουσεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, τη δημιουργία ενός μόνιμου αρχείου για το πώς έζησαν οι άνθρωποι και τι πέτυχαν σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο. Η παγκοσμιοποίηση έχει διαφοροποιήσει σαφώς τον ρυθμό της αλλαγής του κόσμου μας και σε ένα βαθμό έχει συνδέσει πλέον το τοπικό, εθνικό στοιχείο με το παγκόσμιο. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο τα μουσεία είναι χώροι στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να εξερευνήσουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις εν τω μέσω καθολικών αληθειών. Εν ολίγοις, μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πώς διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος.}

    Και με τα εκθέματα τι γίνεται; Τι βάζουμε μέσα στα μουσεία; Ας ξαναδούμε πάλι κάποιες φράσεις κλειδιά στον παραπάνω ορισμό της έννοιας του μουσείου, που ίσως μας βοηθήσουν:

    «…τα μουσεία ικανοποιούν μια ιδιαίτερη ανθρώπινη ανάγκη, τη δημιουργία ενός μόνιμου αρχείου για το πώς έζησαν οι άνθρωποι και τι πέτυχαν…»

    «Εν ολίγοις, μπορούν να επιδείξουν στο πλατύ κοινό πώς διαμόρφωσαν τα γεγονότα και οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος την εμπειρία του παρόντος.»

    Ας μην γελιόμαστε, τα σπουδαιότερα πράγματα από αυτά που βλέπουμε σήμερα στα μουσεία δεν φτιάχτηκαν με σκοπό να εκτίθενται εκεί. Ακόμα και τα έργα τέχνης φτιάχνονταν (και συνεχίζουν να φτιάχνονται υποθέτω) για να ικανοποιήσουν άλλες ανάγκες. Ούτε οι βυζαντινές εικόνες, ούτε οι Καρυάτιδες, ούτε οι πίνακες του Βαν Γκογκ φτιάχτηκαν για να μπουν σε μουσείο. Ο λόγος που βρίσκονται εκεί είναι γιατί  το ιστορικό πλαίσιο που φτιάχτηκαν έχει παρέλθει. «Η γλώσσα» με την οποία το έργο έχει κατασκευαστεί «έχει ξεπεραστεί» και ο κώδικας που τα έργα θέλουν να επικοινωνήσουν κινδυνεύει να ξεχαστεί. Με λίγο περισσότερα λόγια, όταν ένας αγγειοπλάστης στην αρχαιότητα έφτιαχνε και ζωγράφιζε ένα αγγείο, δεν το έκανε προκειμένου να «παράγει τέχνη», το έφτιαχνε όμως με τέχνη και σκοπό να μπαίνει μέσα λάδι ή σιτάρι. Αντίστοιχα μια εικόνα φτιάχτηκε για να λατρεύεται στην εκκλησία και ένας πίνακας φτιάχτηκε για να διακοσμεί, να ψυχαγωγεί ή και να διδάσκει, συγκεκριμένους ανθρώπους, μιας συγκεκριμένης εποχής.

    Έτσι και αλλιώς λοιπόν η λειτουργία ενός μουσείου ειδικά για τα έργα τέχνης είναι «ελαφρώς προβληματική», αφού αποκόπτει τα έργα από το ζωτικό τους πλαίσιο και τα εντάσσει σε κάτι άλλο, με αποτέλεσμα να χάνουμε ένα μέρος της «ουσίας» που φέρουν.

    Γιατί λοιπόν υπάρχουν τότε τα μουσεία; Υπάρχουν, προκειμένου να διατηρούν και να διδάσκουν την εμπειρία του παρελθόντος. Δεν εκθέτουν έργα για να τα μιμηθούμε, αφού οι ανάγκες μας πια είναι διαφορετικές. Εκθέτουν για να μπορούμε να μάθουμε το «μέτρο της τελειότητας» και να προσπαθούμε να αναμετρηθούμε με αυτό.  

    Οι λόγοι τώρα που κάποιος διάλεξε να βάλει ένα έργο του Ρέμπραντ στο μουσείο και όχι το έργο κάποιου άλλου ζωγράφου εκείνης της εποχής, είναι αρκετά πολύπλοκοι και άπτονται πολλών παραμέτρων. Ο κυριότερος όμως είναι ότι οι κοινωνίες, μετά από αρκετά χρόνια και ζυμώσεις, το διάλεξαν μεταξύ άλλων, ως άριστο δείγμα της ανθρώπινης ευφυΐας και τεχνικής της εποχής. Ειδικά βέβαια για τον Ρέμπραντ (και ελάχιστες ακόμα περιπτώσεις) και για ένα ακόμα πιο σημαντικό λόγο. Γιατί οι ζωγραφιές του, πέρα από αντιπροσωπευτικές της εποχής του, είναι διαχρονικές. Καταφέρνουν δηλαδή να εκφράζουν και να αντανακλούν συνεχώς, κομμάτια της ανθρώπινης φύσης. 

    Είναι απλό, η τέχνη φτιάχνεται και «λειτουργεί» καλύτερα μέσα στη ζωή, στο πλαίσιο και στις κοινωνικές συνθήκες για τις οποίες είναι φτιαγμένη. Τα έργα «ανθίζουν» στο ζωτικό χώρο του ανθρώπου, στο σπίτι, στο δρόμο η «στη χειρότερη περίπτωση» σε μια γκαλερί, όπου και εκεί όμως, δεν εκτίθενται για να μείνουν. Η γκαλερί λειτουργεί ως ένας μεταβατικός χώρος προκειμένου το κοινό να μπορεί να τα γνωρίσει και να «σχετιστεί» μαζί τους.

    Τι «δουλεία κάνει» λοιπόν ένα μουσείο «σύγχρονης τέχνης» και δη «εθνικό»; Θεωρητικά ένα τέτοιο μουσείο είναι αφιερωμένο στην ανάδειξη και προβολή της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως αυτά επιλέγονται από ένα κρατικό φορέα ο οποίος αντιπροσωπεύει το «έθνος (;)».

    Και εδώ έχουμε την πρώτη μεγάλη παρανόηση. Αν μιλήσουμε για τα εικαστικά έργα που φτιάχνονται ειδικά μετά από παραγγελία των εν λόγω μουσείων, τι ακριβώς «φέρουν» αν φτιάχνονται χωρίς να είναι απαιτητό «να λειτουργούν στην πραγματική ζωή»; Αν πρωταρχικός σκοπός αυτών των έργων είναι η έκθεση και η παραμονή σε ένα μουσείο, ένα οίκημα που όπως είδαμε και παραπάνω είναι μια «κατασκευή ανάγκης» και διατήρησης ετεροτήτων;

    Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Τα μουσεία σύγχρονης τέχνης (αν δεν κάνω λάθος) είναι μια επινόηση του 20ου αιώνα. Τι είδος μουσεία είναι αυτά που συλλέγουν καλλιτεχνήματα που δεν έχουν περάσει το τεστ του χρόνου; Καλλιτεχνήματα που δεν προήρθαν από τη «νομιμοποίηση» της κοινωνικής συνείδησης αλλά επιλέχτηκαν από τους εκάστοτε «ειδικούς» πριν από μας για μας, ώστε να έχουν θέση σε ένα κτήριο που φέρει την ονομασία «μουσείο» και θεωρητικά τουλάχιστον φιλοξενεί μέσα του, το ανθρώπινο μέτρο της τελειότητας;

    Και αν συμφωνήσουμε ότι διάφοροι ιδιώτες και οργανισμοί μπορούν (και πρέπει να μπορούν, γιατί όχι) να εκθέτουν το «γούστο» τους φτιάχνοντας δικά τους ιδρύματα, γιατί ένα τέτοιο μουσείο πρέπει να είναι «εθνικό»; Αν το «εθνικό» σημαίνει το συλλογικό μας εγώ, ποιος είναι αυτός που μας δείχνει τι είναι τέχνη πριν εμείς καν προλάβουμε να το εμπεδώσουμε στην συλλογική μας συνείδηση; Με ποιο δικαίωμα κάποιος αναλαμβάνει να κάνει «πολιτική», να επιλέξει δηλαδή τι είναι τέχνη σήμερα και τι όχι, φορώντας το δικό μας συλλογικό μανδύα; Πόσο μάλλον που το εθνικό είναι κάτι διαφορετικό από το κρατικό, μιας που δεν περιλαμβάνει μόνο εμάς που ζούμε σε αυτό το κράτος αλλά φιλοδοξεί να αντιπροσωπεύσει όλους τους ομοεθνείς μας ανά την υφήλιο!

    Στα δικά μου μάτια αυτό είναι μια προφανής έλλειψη μέτρου.

    Συνήθως βέβαια, διάφοροι κρατικοί οργανισμοί ανά τον κόσμο επιλέγουν όποιους αυτοί θεωρούν άριστους σήμερα (με ότι ενστάσεις θεμιτές ή αθέμιτες προκύπτουν από αυτή τη διαδικασία) προκειμένου να τους βοηθήσουν να επικοινωνήσουν το έργο τους. Έτσι, το κράτος επιχορηγεί θεατρικές παραστάσεις, συμμετοχές σε μπιενάλε ή την κατασκευή μεγάλων εικαστικών έργων (κατασκευές ή περιβάλλοντα) που από τη φύση τους δεν μπορούν να ενταχθούν μόνιμα στο χώρο που ζει ο άνθρωπος. Η όλη αυτή διαδικασία έχει σκοπό να μπορούν οι όποιοι εκλεκτοί, να μπουν με καλύτερους όρους στο τεστ της κοινωνίας. Είναι όμως τελείως διαφορετικό το κράτος να επιδοτεί τη δημιουργία από το να δημιουργούνται δημόσια ιδρύματα που «δημιουργούν και φιλοξενούν άριστους και άριστα έργα του σήμερα».

    Νομίζω κάπου το έχω ξαναγράψει αλλά πιστεύω ότι αξίζει να διατυπωθεί ξανά. Αυτό που συμβαίνει περίπου από τον 20ο αιώνα και μετά είναι πρωτοφανές στην ανθρώπινη ιστορία. Μέχρι τότε, το καλλιτεχνικό έργο ήταν η έκφραση του «συλλογικού εγώ» της κοινωνίας. Ακόμα και οι πρωτοπορίες του μοντερνισμού, οι διάφοροι «ισμοί» (ιμπρεσιονισμός, εξπρεσιονισμός κ.τ.λ.) πέρασαν σταδιακά από την «απαξίωση των ειδικών» στην ταυτόχρονη κοινωνική και «θεσμική» δικαίωση. Όμως από τότε και μετά, για πρώτη φορά, η πρωτοπορία «συλλέγεται»  εν τη γενέσει της, από μεγάλους ιδιώτες συλλέκτες και ιδρύματα, και με τη σύμπραξη των εκάστοτε κρατικών δομών, αναβαπτίζεται ως η καίρια τέχνη της εποχής και σερβίρεται στην κοινωνία ως «αυτό που πρέπει να είναι», ως το μέτρο που ο κόσμος πρέπει να ακολουθήσει.

    Αναρωτιέμαι αν έχουμε ανάγκη από κάτι τέτοιο.



    Ορθόδοξοι μοιρολάτρες και προτεστάντες σαδιστές.

    14.12.2011

    Νομίζω ότι οι πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές βλέπουν οράματα αντί να δουν την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να προσπαθούν να εξηγήσουν το δράμα της σημερινής οικονομίας με θεολογικές αναγωγές. Πριν μερικές μέρες άκουγα κάποιον στο ράδιο που έλεγε ότι για τη στάση της Γερμανίας φταίει ο καλβινισμός «που προστάζει να δουλεύεις πολύ, να αποταμιεύεις πολύ και να ξοδεύεις λίγο».

    Πέραν της «ασήμαντης λεπτομέρειας» ότι οι Γερμανοί δεν είναι καλβινιστές, γενικά ο προτεσταντισμός (από ότι έχω καταλάβει) προτρέπει σε δουλειά και λιτή ζωή, όχι όμως με σκοπό τα κερδισμένα χρήματα ως ιδανικό, αλλά ως ένδειξη της θείας χάρης. Όχι για να «μπουν κάτω από το στρώμα» και να τα μετράς το βράδυ όταν οι άλλοι θα πάνε για ύπνο, αλλά με σκοπό να επιστρέψουν στην κοινότητα από όπου προήρθαν. Προφανώς η διαθλασμένη εικόνα του δόγματος στο μυαλό κάποιων, μπορεί να τους οδηγεί στην απληστία και στη συσσώρευση, αυτό όμως είναι το αντίθετο από αυτό που ο προτεσταντισμός πρεσβεύει. 

    Για την Ορθοδοξία και τη σχέση της με τη μενταλιτέ της χώρας παρομοίως. Ακούω ότι είναι υπεύθυνη για τη νοοτροπία μας, αφού ωθεί στην καταστρατήγηση της λογικής, στην οκνηρία και στην αδιαφορία για το σήμερα, λόγω της προσήλωσής της σε μια απατηλή μεταφυσική ευδαιμονία ή ότι άλλο. Λες και η θρησκεία γενικότερα και η ορθοδοξία ειδικότερα, δεν είναι ένας οδηγός για το εδώ και το τώρα.

    Το δίλλημα αν η νοοτροπία και η ιδεολογία φτιάχνουν κοινωνίες ή το αντίστροφο δεν είναι καινούριο. Η απάντηση υποθέτω είναι, ότι τα πράγματα ζυμώνονται μαζί. Προφανώς οι θρησκείες (και κυρίως οι διαστρεβλώσεις που αυτές υφίστανται…) γεννούν πραγματικότητες αλλά όχι πιο ισχυρές από τις βασικές αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης. Η απληστία, ο φθόνος, η τάση για βία ή για ευκολία, δεν χρειάζονται κανένα θεωρητικό θρησκευτικό μοντέλο για να «ανθήσουν»! Και χωρίς τις θρησκείες θα υπήρχαν «μια χαρούλα»!   

    Καλύτερα λοιπόν θα ήταν οι αναλυτές να μας εξηγήσουν, πως οι άνθρωποι που υπηρετούν το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο, έχουν κατακλέψει «τους τρόπους» των θρησκειών και έχουν φτιάξει μια οικονομική πραγματικότητα που την υποστηρίζουν με «θρησκευτική ευλάβεια» και τη διδάσκουν ως μονόδρομο, αρνούμενοι να εξετάσουν άλλες εναλλακτικές, που σκοπό θα έχουν το όφελος των περισσοτέρων.

    Μπορεί να πάει ο άνθρωπος στο φεγγάρι;

    Ναι!

    Μπορεί ο άνθρωπος να φτιάξει ένα πολύπλοκο οικονομικό εργαλείο που θα φέρνει κέρδη σε επιχειρηματία που μένει στην Αμερική και φτιάχνει προϊόντα στην Κίνα, ενώ τα πουλά ακριβά στην Ευρώπη και φορολογείτε ελάχιστα στα νησιά Κάιμαν όπου έχει έδρα η επιχείρηση?

     Ναι!

    Μπορεί να δοθεί κανένα ευρώ παραπάνω για κοινωνική πολιτική?

    Αποκλείεται!

    Και αυτό, είμαι σίγουρος είναι μια πανεθνική «θρησκεία».



    «Η τέχνη όπως την ξέρουμε τελείωσε». Πως αυτό; Έχει η τέχνη ημερομηνία λήξεως;

    02.12.2011

    Η Kate Moss πριν το Photoshop, μετά το Photoshop και ως έργο τέχνης του Marc Quinn (που μας τελείωσε).

     

    Διάβασα πρόσφατα αυτό το άρθρο του Jonathan Jones στον Guardian. Απ’ ότι είδα δεν είναι καινούριο, δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2009 και έχει τίτλο «Η τέχνη όπως την ξέρουμε έχει τελειώσει». Εκεί, ο καλός αρθογράφος, αναφέρει:

    “Ο κόσμος από το 1980 και μετά έχει σταματήσει να πιστεύει σε αυτό το πράγμα που λέγετε πραγματικότητα. Τα χρήματα απελευθερώθηκαν από κάθε είδους δεδομένα. Η τέχνη έγινε ο απατηλός τους καθρέπτης.”

    “Η τέχνη (σ.σ. αναφέρεται στην εποχή από το 1980 ως τη συγγραφή του άρθρου) είναι χαρά, είναι γέλιο, είναι διασκέδαση, είναι θεαματική είναι cool… η τέχνη τώρα φιλοδοξεί να γίνει όλα αυτά που ουσιαστικά χαρακτηρίζουν τη μόδα.”

    “Η επιτυχία της είναι πλήρως δεσμευμένη με τον ίδιο μύθο που προστάζει ότι όλα γίνονται και ενέπνευσε τις τράπεζες να μας οδηγήσουν σε ένα παραπλανητικό κόσμο.” 

    Και τελειώνει το άρθρο λέγοντας:

    “Προσπάθησα να αντισταθώ σε αυτό το γεγονός για μερικούς μήνες αλλά έδωσα τέλος στις αυταπάτες. Η τέχνη όπως την ξέρουμε τελείωσε. Έρχεται η ώρα που θα αποκαλυφθεί ότι δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά το ντεκόρ μιας εποχής, εμπορικής τρέλας”

    Όλα καλά, μια μικρή λεπτομέρεια μόνο! «Αυτό που ξέραμε» δεν ήταν τέχνη για τον απλό λόγο ότι, αν κάτι είναι τέχνη προφανώς «δεν τελειώνει ποτέ». Μπορεί να είναι διασκέδαση, ψυχαγωγία ή οτιδήποτε άλλο, αλλά τέχνη δεν είναι. Σε αντίθεση με τα «Δρακουλίνια», η τέχνη δεν έχει ημερομηνία λήξεως, είναι κάτι παραπάνω «από ένα παιχνιδάκι». Αν κάτι είναι τέχνη σήμερα, θα είναι τέχνη για πάντα. Το να λες λοιπόν  «η τέχνη όπως την ξέραμε», κρύβει κάτι ουσιώδες, την άρνηση να παραδεχθείς το παραπάνω αυτονόητο. Ότι αυτό δηλαδή που διαφημίζονταν μέχρι σήμερα ως τέχνη, απλά δεν ήταν τέτοιο.

    Επίσης κάτι άλλο δεν πιάνω εδώ. Τι είναι αυτό που ορίζει ο Jones ως πραγματικότητα που την έχουμε χάσει; Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ τόσα χρήματα που να μου έχουν διαμορφώσει αυταπάτες για τις δυνατότητες μου στη ζωή, και μεταξύ μας, δεν ξέρω και πολλούς τέτοιους. Ποιος λοιπόν έφτιαξε αυτό το δημιούργημα και προσπάθησε να με κάνει να πιστέψω ότι αυτό ήταν τέχνη, (που τώρα μάλιστα τελείωσε); Ποιος προσπάθησε να με διδάξει τόσα χρόνια ότι «η τέχνη είναι χαρά, είναι γέλιο, είναι διασκέδαση, είναι θεαματική είναι cool»; Σε ποιους απευθυνόταν αυτού του είδους η τέχνη, και αν απευθύνονταν στους «παραπλανημένους» από τη φούσκα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, γιατί πέρασε στα μεγαλύτερα μουσεία και δεν έμεινε σε κλειστό κύκλο μεγαλοαστικών γκαλερί;

    Αυτό που έχει τελειώσει (ή τελειώνει οσονούπω) είναι η εποχή του μεταμοντερνισμού. Αν βέβαια ως μεταμοντερνισμό (μεταξύ πολλών άλλων) ορίσουμε την εποχή του ατομικισμού, της απόλυτης σχετικοποίησης των νοημάτων και της επιβολής από πάνω προς τα κάτω αισθητικών και αξιών. Αυτό που στην πραγματικότητα τελειώνει είναι η εποχή που μπορούσαμε να ονομάζουμε οτιδήποτε τέχνη. Ο αρθογράφος όμως δεν το αναφέρει.

    Φοβάμαι ότι δεν το κάνει, όχι επειδή δεν το καταλαβαίνει, αλλά γιατί αν το έκανε, θα αναγκαζόταν να γίνει ιδιαίτερα δυσάρεστος. Στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, δεν θέλει να θίξει αυτούς που επιθυμούν να διατηρήσουν το δικαίωμα τους (και στον καινούριο κόσμο που φτιάχνεται), να ονομάζουν το οτιδήποτε τέχνη, χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσουν να ορίσουν το γιατί. Κυρίως όμως γιατί έτσι, δεν θα αναγκαστεί να θέσει προ των ευθηνών τους αυτούς που όλα αυτά τα χρόνια μας παρουσίαζαν κάτι ως τέχνη, ενώ δεν ήταν.

    Είναι λίγο σαν τον κόσμο της πολιτικής που ζούμε σήμερα. Οι ίδιοι άνθρωποι που μας οδήγησαν εδώ, μας λένε ότι «αυτό ήταν ένα λάθος» και παρόλα αυτά, οι ίδιοι πάλι (θέλουμε δεν θέλουμε) προσπαθούν να μας οδηγήσουν «στο νέο σωστό». Βλέπεις, δεν έφταιγαν αυτοί, αλλά το μοντέλο. Λες και αυτό είναι κάτι άυλο, χωρίς φυσικούς δημιουργούς και υπηρέτες.

    Μήπως θα έπρεπε λοιπόν αυτοί που δημιούργησαν και υπηρέτησαν αυτό το μοντέλο «που τελείωσε», να μας αδειάζουν σιγά σιγά την γωνιά; Και αν αυτό είναι υπέρμετρα σκληρό, μήπως να κάνουν την αυτοκριτική τους και να προσπαθήσουν πάλι; Όχι πια ως ηγέτες, αλλά ως ακόλουθοι.

    Συνήθως έχω ανάμικτα συναισθήματα όσο έχει να κάνει με ότι φτιάχνω ή ζωγραφίζω. Λίγο μικρότερες αμφιβολίες νιώθω όταν πρόκειται για τα γραπτά μου. Όχι επειδή είναι καλύτερα, το αντίθετο. Είναι επειδή πιστεύω ότι αυτά είναι πιο εφήμερα και μικρότερης για εμένα σημασίας από ότι το όποιο «εικαστικό μου έργο». Τώρα που γράφω πάντως, νιώθω δικαιωμένος για κάποιες πικρές σκέψεις που κάνω χρόνια τώρα (τις «καλές εποχές» λέμε, πριν το 2009) και πρόλαβα να τις αποτυπώσω σε δύο κείμενα πριν ένα χρόνο.

    Θα τα βρεις αν θες εδώ και εδώ.

    Είναι αρκετά πιο στοχευμένα από το σημερινό, αλλά δεν έχει να κάνει με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται, καμία κακία ή πικρία. Έχει να κάνει με ότι αυτό συμβολίζει, την «τέχνη που τελείωσε». Όλα εξάλλου είναι σχετικά η μήπως δεν είναι;



    Τέχνη μέσω της θεραπείας.

    24.11.2011

     

    Στην πραγματικότητα ήμουν παρείσακτος, δεν είχα «πραγματική δουλειά» να κάνω εκεί. Ζήτησα πέρυσι να μπω στην ομάδα υποστήριξης καρκινοπαθών του ΚΕΦΙ χωρίς να πάσχω από την ασθένεια. Βέβαια ήμουν ειλικρινής, είχα μιλήσει στον υπεύθυνο ψυχολόγο της ομάδας και του είχα πει τι ήθελα.

    Εκείνη την εποχή επεξεργαζόμουν ένα εικαστικό έργο. Σε αυτό, ήθελα να αποτυπώσω όλη την αγωνία του ανθρώπου τη στιγμή που φτάνει προς το τέλος και ξαναβλέπει το παρελθόν του. Για να το καταφέρω όμως χρειαζόμουν ζωή, συμπυκνωμένες δόσεις προσωπικής εμπειρίας. Έλπιζα ότι αν άκουγα τι είχαν να πουν αυτοί οι άνθρωποι που ζουν με την αγωνία του καρκίνου θα «γέμιζα με υλικό» που θα ήταν ικανό να με εμπνεύσει περισσότερο για το έργο που διαπραγματευόμουν. Η ομάδα το συζήτησε και αποφάσισαν να με δεχτούν ως παρατηρητή.

    Ήμουν αυτός που καθόταν στην γωνία και δεν μιλούσε. Απλά κρατούσα σημειώσεις.

    Φαντάστηκα ότι όλο αυτό θα είναι μια «κλινική μελέτη». Θα παρατηρούσα και θα κατέγραφα τα προβλήματα, τις ελπίδες και τους φόβους των άλλων για ίδια χρήση. Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι δεν ήταν έτσι.

    Ξέρεις, υπάρχει αυτή η «σαχλή εντύπωση», ότι δήθεν μπορείς να μείνεις απ’ έξω, βλέποντας τον πόνο των άλλων και να νιώθεις καλύτερα για την δική σου κατάσταση. Ποτέ δεν είναι έτσι. Αν απλά «βλέπεις», δεν γίνεσαι τίποτε άλλο από παθητικός καταναλωτής πόνου. Λίγο πιο φοβισμένος, λίγο πιο αναίσθητος.

    Η σιωπή ήταν ανυπόφορη για μένα! Έβλεπα το θαύμα αυτών των ανθρώπων που είχαν κάνει το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για να καταπολεμήσουν την ασθένεια και δεν μπορούσα να πω κουβέντα. Ήθελα να τους συγχαρώ και να τους αγκαλιάσω. Πέτυχαν το πιο σπουδαίο, να σηκωθούν από την καρέκλα της αφασίας και να έρθουν στο ΚΕΦΙ για να μοιραστούν τις σκέψεις τους. Μην φανταστείς μελοδράματα, απλά τις σκέψεις της κάθε μέρας, το πώς είναι το εδώ και το τώρα. Να νιώσουν την λύτρωση του «μαζί». Το υπέρτατο όπλο απέναντι στο άγνωστο, τη συνειδητοποίηση, ότι ο άνθρωπος που είναι μέσα στους ανθρώπους, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί!

    Και έφευγα γεμάτος κάθε φορά. Λίγη κουβέντα στο τέλος, μερικές σημειώσεις για το έργο, μα κυρίως έβλεπα το πρόσωπο μου στο ασανσέρ, κοιτούσα τα χέρια μου που βάσταγαν την τσάντα και παρακολουθούσα τα πόδια μου καθώς περπατούσαν και ένιωθα πως είναι να είσαι άνθρωπος. Όχι κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το έξω από τον κόσμο, μόνο το εδώ και το τώρα. Η ευκαιρία να μάθω περισσότερα για μένα. 

    Οι βδομάδες πέρασαν και ότι είχα να πάρω για το έργο το είχα πάρει. Για εμένα, πήρα πολλά περισσότερα και θα μπορούσα κι’ άλλα! Σκέφτηκα όμως ότι έπρεπε να είμαι ειλικρινής και να πω στην ομάδα ότι ο βασικός σκοπός της αποστολής μου είχε εκπληρωθεί. Ότι παραπάνω, θα ήταν σαν να εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη τους. Εκείνοι κάνοντας μου ένα δώρο, μου είπαν ότι μπορώ να έρχομαι όποτε θέλω. Τους ευχαρίστησα και τους υποσχέθηκα να ξαναέρθω μετά από κάποιο καιρό να μιλήσουμε για τέχνη. Μου πρότειναν κάτι σε σχέση με την τέχνη και το θάνατο ίσως.

    Πέρασαν μήνες αλλά δεν ήμουν έτοιμος για μια τέτοια κουβέντα. Όταν όμως έφτασα κοντά στην ολοκλήρωση του έργου μου, ένιωσα πως ήταν η ώρα. Πριν μερικές βδομάδες πήγα πάλι. Η τέχνη δεν έχει να κάνει και πολύ με τον θάνατο, μπορεί συχνά να τον περιγράφει αλλά στην πραγματικότητα έχει να κάνει με τη ζωή. Πήγα λοιπόν και τους είπα το κρυφό μου μυστικό, το απατηλό μου όραμα, μια ζωή χωρίς τέχνη! Έναν άνθρωπο που θα είναι πλήρης, που θα ζει ενσυνείδητα την κάθε στιγμή χωρίς να έχει ανάγκη τις μικρές ή μεγάλες αποκαλύψεις που κάνει η τέχνη, για να νιώσει.

    Ένα κόσμο, κάπως σαν κι’ αυτόν που βρήκα στην ομάδα.

     Υ.Γ.

    Αυτές οι σκέψεις αποτυπώθηκαν, με αφορμή την ευγενική τους παράκληση να καταγράψω την εμπειρία μου για την εφημερίδα και το site τους.

    (Περισσότερα για το τι είναι το ΚΕΦΙ, τους στόχους τους και πώς μπορείτε να βοηθήσετε, εδώ.)



    Tales from the crypt – Ο Πειραιάς τότε.

    21.11.2011

    Αυτό και αν ήταν έκπληξη!

    Ο Πάνος Μιχαήλ, συντάκτης και φωτογράφος της Lifo (αλλά για μένα, κατά κύριο λόγο, φίλος και συνοδοιπόρος στην παιδική χαρά που λέγεται internet) μου ζήτησε να γράψω μερικά πράγματα σε σχετικό αφιέρωμα του site, για το πώς ήταν να μεγαλώνεις στον Πειραιά τη δεκαετία του 80.

    Οι αναμνήσεις μου αρχίζουν κάπως έτσι:

    «Δεν ήταν ποτέ εύκολο. Ούτε τότε, ούτε τώρα. Σε κάθε εποχή, για να τη βγάλεις καθαρή στην εφηβεία πρέπει να ανήκεις κάπου, να είσαι σε μια ομάδα ή αλλιώς να φτιάξεις το δικό σου κόσμο.

    Δεν μου άρεσε και πολύ αυτό που έβλεπα. Τα πράγματα βλέπεις, μεγαλώνοντας στον Πειραιά, ήταν τρομερά ξεκάθαρα. Η κυρίαρχη τάση έλεγε, τζίν Trusussardi, αυτό με τον μεγάλο κόκκινο «άσο» στην πίσω τσέπη, κίτρινα μποτάκια Timberland , τα γνωστά και ως «τυρόπιτες» και πουπουλένιο μπουφάν Chevignon. Το θυμάσαι? Αυτό με σήμα την πάπια στο στήθος και στο μανίκι)…»

    Περισσότερα «εδώ στο site της LIFO».



    Εθνική εορτή.

    31.10.2011

    Εθνική εορτή. Λάδι σε μουσαμά. 65 Χ 85 εκ.

     

    Θυμήθηκα αυτό το έργο που έφτιαξα τον χειμώνα του 2003-2004. Δυστυχώς το μόνο που μου έχει μείνει, είναι αυτή η μέτρια φωτογραφία. Ήταν ο χειμώνας πριν «το καλοκαίρι της Ελλάδας». Ξέρεις, τότε που «ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας», τότε που το «χυδαίο καταναλωτικό πρότυπο μας είχε αλλοιώσει» και που «ξοδεύαμε περισσότερα από αυτά που παράγαμε». Τότε που δεν μας απασχολούσε «πού είναι οι άνθρωποι του πνεύματος» και «παίρναμε διακοποδάνεια, ξοδεύοντας χωρίς να υπάρχει αύριο».

    Θυμάμαι «τη χρυσή εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτή». Ήταν τότε που ζούσα σε ένα σπίτι που φούσκωνε κάθε τόσο από την υγρασία και εγώ το έβαφα κάθε έξι μήνες λες και ήταν καράβι, για να την καλύψω. Τότε που οδηγούσα ένα γιαπωνέζικο αυτοκίνητο του 1989 και η μητέρα μου πράγματι είχε πάρει διακοποδάνειο, όχι για να πάμε κάπου, αλλά για να καλύψει τις ανάγκες του σπιτιού. Βλέπεις, πίστευε ότι μας άξιζε να ζούμε με ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, να έχουμε δηλαδή λεφτά για σουπερμάρκετ και το λογαριασμό του τηλεφώνου.

    Τότε ονόμασα αυτό το έργο «Εθνική εορτή». Έτσι τις έβλεπα από τότε τις παρελάσεις και τις σημαίες. Έτσι έβλεπα το θαύμα της ανάπτυξης και τη διαβεβαίωση από τα ΜΜΕ ότι η χώρα (παρά τα σκάνδαλα της εποχής) όσο αφορά τα νούμερα της ανάπτυξης τουλάχιστον, πάει μπροστά. Και όπως αυτάρεσκα γράφουν οι δημοσιογράφοι όταν αναδημοσιεύουν ένα παλιότερο κείμενο τους, δεν θα άλλαζα σήμερα ούτε πινελιά.

    Αργότερα βέβαια, το 2006 αγοράσαμε με την καλή μου, ένα ακριβό αυτοκίνητο. Βλέπεις πιστεύαμε ότι δυο νέοι άνθρωποι, με δυο μισθούς χωρίς παιδιά και αφού συμφωνήσαμε ότι τα επόμενα τρία χρόνια δεν θα μας ένοιαζε να ζούμε στο «καράβι», δικαιούμασταν μια εξτραβαγκάντσα. Σκεφτήκαμε ότι αφού την πληρώναμε με την δουλειά μας και κόβαμε από κάτι, που κάποιος άλλος θα θεωρούσε βασικότερη ανάγκη, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Βέβαια εγώ είχα ένα μικρό ψυχολογικό, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο πίστευα ότι δεν αξίζαμε τέτοια πολυτέλεια.

    Ο καιρός πέρασε. Σήμερα έχω ακόμα το ίδιο αυτοκίνητο και πριν από τρία χρόνια με αφορμή την γέννηση της κόρης μας πίστεψα ότι διακαιόμουν μια ακόμα υπερβολή, ένα διαμέρισμα σαράντα ετών αγορασμένο με δάνειο διάρκειας άλλων τόσων χρόνων, που ανακαίνισα (και) με τα χέρια μου. Ένα σπίτι που θα είχε ένα ακόμα δωμάτιο και δεν θα χρειαζόταν βάψιμο κάθε τρεις και λίγο.

    Το τότε ψυχολογικό μπέρδεμα με το αυτοκίνητο ευτυχώς με βοήθησαν να το λύσω τελευταία οι πολιτικοί αναλυτές της εποχής μας τώρα «που η φούσκα έσπασε». Κατάλαβα το λάθος μου, προφανώς ζω πάνω από τις δυνάμεις μου και τόση ευτυχία δεν την αξίζω. Με παρέσυρε βλέπεις η καταναλωτική δύνη.

    Πρέπει να αλλάξω. Πρέπει να μάθω «να απλώνω τα πόδια μου μέχρι εκεί που το πάπλωμα μου φτάνει». Θα το κάνω, αρχίζοντας από τώρα.

    Συγνώμη λοιπόν κοινωνία, συγνώμη πολιτεία, συγνώμη πολιτικοοικονομικό σύστημα, συγνώμη για τις υπερβολές μου. Συγνώμη που δεν κατάλαβα, συγνώμη που πάτωσα στην έκθεση με θέμα την αποταμίευση, συγνώμη που δεν πανηγύρισα στους δρόμους τα γκολ του Euro 2004, συγνώμη που δεν πάω στις παρελάσεις, που δεν έχω σημαία στο μπαλκόνι, που ζωγραφίζω τέτοια έργα και που ψάχνω ακόμα το «εθνικό» έξω από τα γαλανόλευκα πανιά και το τρίποντο του Διαμαντίδη.

    Διάβολε, έχω πολύ δουλειά να κάνω…




© 2010 Κωνσταντίνος Κωστούρος, Designed by Digitalbox