Kωνσταντίνος Κωστούρος
  • Κατηγορίες





    Links

  • Σ΄ευχαριστώ τόσο πολύ, θα τα ξαναπούμε.

    28.03.2016

    post2

    Φωτογραφία από το δρώμενο.

    Το «Γύρω από τη Φωτιά» στο «Ίδρυμα Θεοχαράκη» έσβησε πριν λίγες μέρες. Να σου πω την αλήθεια αυτή ήταν μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής μου. Είχα χρόνια να δουλέψω τόσο πολύ και τόσο εντατικά. Αν συνυπολογίσεις μάλιστα όλες τις άλλες υποχρεώσεις που έχουν να κάνουν με το βιοπορισμό και την οικογένεια ο κόπος ήταν πολύ μεγάλος για τα δικά μου μέτρα.

    Βέβαια, δεν ήταν εύκολο για κανέναν μας. Ποτέ δεν είναι. Οι συνεργάτες μου που είναι συνάμα φίλοι και δικοί μου άνθρωποι, έδωσαν την ψυχή τους αλλά μακάρι να ήταν μόνο αυτό! Έδωσαν και άλλα πιο «ευτελή». Έδωσαν απλήρωτο κόπο και τέχνη, ώρες μακριά από τις οικογένειες τους, ώρες από την ξεκούραση τους, χρήματα για μετακινήσεις, προετοιμασίες και ότι άλλο που ποτέ δεν αναφέρεται στις «καλλιτεχνικές ευχαριστίες» μιας που το «την ψυχή τους», θεωρητικά τουλάχιστον, υπερκαλύπτει την «καθημερινότητα».

    Είναι όμως αυτή η καθημερινότητα που ξεπερνάμε για να μπορέσουμε να παράγουμε έργο. Αν λοιπόν, παρά τις υποχρεώσεις και το τρέξιμο πιάνουμε το πινέλο, ανεβαίνουμε στο σανίδι για πρόβα ή γράφουμε λογοτεχνία, είναι γιατί έχουμε την πίστη ότι αυτό που θα βγει τελικά, θα είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας να επικοινωνήσουμε κάτι σημαντικό, κάτι που θα σπρώξει το μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων ένα βήμα πιο πέρα.

    Σε αυτές τις τρεις μέρες μας είδαν πολλοί και υπήρξαν στιγμές, όταν η δράση κορυφωνόταν στο δρώμενο, που έβλεπα στα μάτια των θεατών αυτό το «κάτι» που με έκανε να νιώθω ότι τα καταφέραμε. Τότε, ήθελα να αγκαλιάσω κάθε έναν ξεχωριστά, θεατές και συνοδοιπόρους και να φωνάξω ευχαριστώ!

    Δεν θα σου πω ότι μετά το δρώμενο έφευγαν όλοι τρισευτυχισμένοι, θα σου πω όμως ότι είδα ανθρώπους να βουρκώνουν από συγκίνηση, άλλους να προβληματίζονται, και άλλους να θαυμάζουν αυτό που είδαν χωρίς να χρειάζεται να ρωτήσουν για «να καταλάβουν». Αυτούς τους τελευταίους τους χάρηκα ιδιαίτερα, γιατί νιώθω ότι τους «χτυπήσαμε» εκεί που η τέχνη (ως επί το πλείστον) οφείλει να στοχεύει· στο θυμικό, στο συναίσθημα, στο ασυνείδητο και όχι στη λογική. Όχι ότι είναι κακό να «καταλάβεις» αλλά δεν είναι προαπαιτούμενο. Φυσικά είδα και άλλους που απλά προσπέρασαν αδιάφοροι αλλά και αυτούς τους σέβομαι απόλυτα. Δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους αλλά εγώ θέλω να προσπαθώ. Ποιος ξέρει; Ίσως την επόμενη φορά. Όσο ουτοπικό και να ακούγεται αυτό, το λέω ειλικρινά, θα συνεχίσω να προσπαθώ!

    Υπάρχουν όμως πολλά να γίνουν ακόμα. Θα προσπαθούμε ξανά και ξανά γιατί ασχέτως αν τα καταφέρνουμε ή όχι, σκοπός μας πάντα πρέπει να είναι να μετριόμαστε με το σημαντικό. Ελπίζω κάποτε να γυρίσουμε το κεφάλι προς τα πίσω και να δούμε ότι αφήσαμε κάτι, ίσως και λίγο παραπάνω από μια στιγμή.



    Για εκείνη, μια μέρα σαν κι αυτή.

    15.03.2016

    03-Int-dit2

     

    Την Τετάρτη το βράδυ στις εννιά ανεβαίνει για τελευταία φορά το «Γύρω από τη Φωτιά» στο «Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη». Την ίδια μέρα το ημερολόγιο θα δείχνει 16 Μαρτίου 2016 και πριν από 25 ακριβώς χρόνια, όταν ακόμα ήμασταν παιδιά, φιληθήκαμε για πρώτη φορά με τη γυναίκα που αγαπώ.

    Όλα αυτά τα χρόνια, ότι είμαι, ότι έκανα, το έκανα μαζί της. Μαζί της τελείωσα το σχολείο, μαζί της έμαθα το σώμα μου, μαζί της πέρασα στη Σχολή Καλών Τεχνών, μαζί της αποφοίτησα, μαζί της πήγα στρατό, μαζί έπιασα δουλειά, μαζί έκανα παιδιά, μαζί ζωγράφισα, ονειρεύτηκα, πορεύτηκα, ζω μέχρι σήμερα.

    Όταν για της ανάγκες του «Γύρω από τη Φωτιά» αποφάσισα ότι ήθελα να φτιάξω μια φιγούρα ζωγραφισμένη μέσα απ’ τη σκουριά, πλασμένη ξανά και ξανά μέχρι όλες να γίνουν ένα, δεν χρειάστηκε να πάω μακριά· σκέφτηκα αμέσως εκείνη. Βλέπεις για μένα, είναι τα πάντα που η λέξη άνθρωπος σημαίνει. Το πρόσωπο, το σώμα, η παρουσία της, είναι το δικό μου πρότυπο, το μέτρο για κάθε άλλη γυναικεία φιγούρα.

    Σήμερα που οι ζωγραφιές μου πάνε καλά και τις βλέπει τόσος κόσμος, σήμερα που σε αγαπώ όσο ποτέ, σήμερα που το δρόμο μου τον βλέπω μόνο μαζί σου, το μόνο που θέλω είναι να είμαι εδώ να σε κοιτώ και να σε αγγίζω, για άλλα 25 χρόνια, για όσο μου απομένει.

    Σ΄αγαπώ.



    Γύρω από τη φωτιά

    08.03.2016

    Poster mikro

    Την Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016 άνοιξε  το εικαστικό – θεατρικό δρώμενο που μαζί με τους συνεργάτες μου ετοιμάσαμε και έχει τίτλο «Γύρω από τη φωτιά», στο «Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη».

    Δύο χρόνια μετά από το «Πως Είναι Να Γυρνάς» συνεχίζουμε τη δική μας επιστροφή, προσκαλώντας στον επόμενο σταθμό του νόστου, εκεί όπου ο τράγος γυρνά το κεφάλι και αντικρίζει τους ανθρώπους –μέσα του και έξω απ’ αυτόν, θύματα και θύτες– λίγο προτού κυλήσει στο βύθισμα της φωτιάς.

    Στο δελτίο τύπου προσθέτουμε:

    Κάθε κοινότητα, σε κάθε εποχή, είχε τους δικούς της αποδιοπομπαίους τράγους, ιστορικούς ή επινοημένους, πάντοτε παρόντες στην πολιτισμική αφήγηση.

    Το εικαστικό-θεατρικό δρώμενο Γύρω από τη φωτιά αποτελεί μια καλλιτεχνική σύμπραξη: ζωγραφική, λογοτεχνία, μουσική, θέατρο και περφόρμανς ενώνονται σ’ έναν χορό γύρω από τη φωτιά του ίδιου αυτού ερωτήματος: πώς μπορούμε να διαχειριστούμε την ιστορική μας τάση για παραγωγή εξιλαστήριων θυμάτων;

    Δύο φωνές ενσαρκώνουν έναν μονόλογο. Η μέσα και η έξω φωνή του ίδιου ανθρώπου παλεύουν να συναντηθούν. Αδιάκοπα μετεωρισμένες ανάμεσα στους ρόλους του θύτη και του θύματος, ψάχνουν τα λόγια που θα εισακουστούν και την ακρόαση που θα ξυπνήσει την αυτογνωσία..

    Αντλώντας, μεταξύ άλλων, από τους επίκαιρους στοχασμούς του Rene Girard, το δρώμενο επιζητά την προσαρμογή του ερωτήματος στη συγχρονία: τι μπορεί να σημαίνει κατήγορος και τι κατηγορούμενος στη μεταμοντέρνα ιερά εξέταση, εκείνη που ορίζει σήμερα την ενοχή, τα θύματα και τις κοινωνικές πυρές τους;

    Θα χαρώ πολύ να σας δω εκεί!

    Πληροφορίες:
    Γύρω από τη φωτιά
    Εικαστικό – Θεατρικό Δρώμενο
    Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη
    2, 9 και 16 Μαρτίου (21:00-22:00)
    Επικοινωνία: 2103611206 – www.thf.gr/
    Είσοδος: 10 ευρώ
    F/b: www.facebook.com/events/1691148814471200/

    Συντελεστές:
    Ζωγραφική – Εγκατάσταση – Γενική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Κωστούρος
    Κείμενο: Δημήτρης Τανούδης
    Ερμηνείες: Μαριλίζα Χρονέα, Τάσος Ράπτης
    Μουσική: Άκης Μπογιατζής
    Πιάνο: Θοδωρής Πιστιόλας
    Δραματουργία: Κ. Κωστούρος, Μ. Χρονέα, Τ. Ράπτης
    Κίνηση: Μάρθα Πασακοπούλου
    Κοστούμια: Άννα Μαγουλιώτη



    Ο Μπρεχτ στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το αδιέξοδο, η φάρσα και το όραμα.

    12.06.2015

    Sto Lavorando

     

    Τρεις εικόνες.

    Πρώτη εικόνα. Μπιενάλε της Βενετίας:

    Δυστυχώς δεν έχω πάει ποτέ στην Μπιενάλε της Βενετίας. Από ό,τι όμως διάβασα, η φετινή διοργάνωση είχε έντονο πολιτικό χαρακτήρα:

    «Σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή όπου η ανθρωπότητα είναι αντιμέτωπη με τεράστια ζητήματα όπως οι κοινωνικές ανισότητες, οι φυλετικές εντάσεις, η σύγκρουση των πολιτισμικών αξιών, η τέχνη οφείλει να δείξει τον δικό της δρόμο… Τίτλος της: «All the world’s futures», με επιμελητή τον Νιγηριανό Όκουι Ενγουέζορ, που είναι ιστορικός τέχνης, συγγραφέας, ποιητής και μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ Νέας Υόρκης και Μονάχου.»

    Και όχι «γενικά» πολιτικό χαρακτήρα, από ό,τι κατάλαβα ο μαρξισμός ήταν στο προσκήνιο! Βέβαια δεν χρειάζεται να είσαι ειδήμονας στον μαρξισμό, ούτε βαθύς γνώστης της σύγχρονης τέχνης για να καταλάβεις ότι η Μπιενάλε της Βενετίας με τη χλιδή της, τα εθνικά περίπτερα, το “art crowd”, το πάρτι της Ρολς Ρόυς, τα κότερα των συλλεκτών και τα πετροδολάρια των αράβων, δεν είναι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε «το ευνοϊκότερο πλαίσιο» για προβληματισμό πάνω στον μαρξισμό.

    Αν κατάλαβα καλά πάντως, αυτή η, ας το πούμε, «αντίφαση» πέρασε από το μυαλό των διοργανωτών αλλά τι να κάνεις, η ζωή είναι γεμάτη αντιφάσεις…

    Δεύτερη εικόνα. Σύγχρονο θέατρο κάπου στον Πειραιά.

    Είδα αρκετό θέατρο φέτος. Μια από τις αξιόλογες παραστάσεις που μου τράβηξαν την προσοχή αφορούσε την αστική αποξένωση. Οι συντελεστές παρουσίασαν ένα κάπως παράδοξο, ελαφρώς «Μπρεχτικό» θέαμα που σκοπό είχε να παρουσιάσει την σολιψισμό της σύγχρονης κοινωνίας, το πώς οι άνθρωποι κλεινόμαστε στον εαυτό μας, τις νευρώσεις που παρουσιάζονται και τα υπαρξιακά αδιέξοδα. Όλα αυτά σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, με την χρήση (μάλλον παραφορεμένων τα τελευταία χρόνια) εργαλείων, όπως είναι το σοκ και η επιτηδευμένη βία. Στα θετικά ήταν επίσης και ο αυτοσαρκασμός των ίδιων των καλλιτεχνών επί σκηνής· αν και αυτός έγινε με τρόπο εξίσου επιτηδευμένο.

    Όλα καλά, αλλά έλειπε κάτι…

    Τρίτη εικόνα. Πάλι θέατρο, «Τα ντουφέκια της κυρίας Καράρ».

    Και μόνο η παρουσία στις παραστάσεις της θεατρικής ομάδας «Ανοικειώση» είναι μια εμπειρία. Εκεί, στους περιορισμένους χώρους του νεοκλασικού όπου στεγάζεται η εφημερίδα «Κόντρα» (καμία σχέση με το φρέσκο εκδοτικό έκτρωμα του Κουρή), αυτό που τους αφορά είναι να κάνουν πολιτική τέχνη. Κι εκείνοι, σαν τους επιμελητές της μπιενάλε, όχι «γενικώς» να είναι πολιτικοποιημένοι αλλά να προάγουν με όλες τους τις δυνάμεις τις αξίες του μαρξισμού – λενινισμού όπως αυτές αναδείχτηκαν μέσα από το θέατρο του Μπρεχτ. Τους αφορά το θέατρο που θα ταρακουνήσει τον προλετάριο και θα τον ωθήσει σε δράση, μήπως και ξεφύγει από την ταξική του μοίρα. Θα τον οδηγήσει σε ρήξη με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και εν δυνάμει σε επανάσταση. Δεν είναι τυχαίο πως «μέρος της παράστασης» και «σχεδόν υποχρεωτικό» είναι να κάτσουν οι θεατές μαζί με τους συντελεστές μετά το τέλος του δρώμενου, να μιλήσουν για το έργο και τους κοινωνικούς παφλασμούς που αυτό δίνατε να παράξει.

    Σου φαίνονται γραφικά όλα αυτά; Μήπως παρωχημένα, ανεδαφικά ίσως και επικίνδυνα; Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω, μπορεί να είναι κι έτσι…

    Αν κοιτάξουμε πάντως προσεκτικά, υπάρχει κάτι κοινό και στα τρία αυτά θεάματα· είναι ο προβληματισμός των δημιουργών για το κοινωνικό γίγνεσθαι.

    Είναι αυτό καλό; Ανάλογα.

    Στην περίπτωση της μπιενάλε, κάτι τέτοιο μπορεί να εκληφθεί περισσότερο σαν «ιστορική φάρσα». Είναι τρομερά εντυπωσιακό ότι τον προηγούμενο αιώνα, οι καλλιτέχνες που έφτιαχναν πράγματα που διέπονταν από κάποιο κοινωνικό – πολιτικό όραμα είχαν συνήθως λίγες επιλογές. Αναπτύσσονταν σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο, αστικού ιντελεξουέλ αντεργκράουντ και με τα χρόνια έσβηναν. Άλλες φορές, πιο σπάνια, έβρισκαν χώρο σε ήδη γόνιμο περιβάλλον (όπως ο Μπρεχτ στην Ανατολική Γερμανία ή ο Μπόις στην άλλη πλευρά) και από εκεί, με λίγα και φτωχά μέσα άνθιζαν και αφού κατακτούσαν μια μίνιμουμ λαϊκή δημοφιλία, γίνονταν αποδεκτά από τις μεγαλύτερες μάζες. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, αγκαλιάζονταν από τους εθνικούς – κρατικούς θεσμούς και «έχτιζαν σχέση» με τους οικονομικά ισχυρούς.

    Σήμερα αυτή η «μίνιμουμ λαϊκή δημοφιλία» ως μαγιά της πρωτοπορίας, πρακτικά δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα και στην αυγή του 21ου, η (όποια) πρωτοπορία που διέπονταν από πολιτικά χαρακτηριστικά, έπαψε να είναι το ζητούμενο όχημα μιας πολιτισμικής ή κοινωνικής αλλαγής. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου στην δύση και η ουτοπία μιας γραμμικής και συνεχούς «ανάπτυξης» που υποσχόταν την ευτυχία (σε καταναλωτικό τουλάχιστον επίπεδο), οδήγησε τον κόσμο να πάψει να προσδοκά σε ριζική αλλαγή μοντέλου. Όλοι μας, απλά ελπίζαμε σε μια καλυτέρευση του ήδη υπάρχοντος.

    Αν λοιπόν μια κοινότητα δεν έχει ανάγκη για ρηξικέλευθες κοινωνικές λύσεις, δεν έχει λόγο να παράγει ρηξικέλευθη τέχνη. Παρόλα αυτά, τέχνη που διεκδικούσε και διεκδικεί αυτά τα χαρακτηριστικά, συνέχισε και συνεχίζει να παράγεται. Η βιομηχανία της σύγχρονης τέχνης τα τελευταία χρόνια άνθησε, όχι όμως ως ανάγκη της κοινότητας αλλά συνήθως ως άλλοθι. Όπως μια τετράωρη στάση εργασίας στο δημόσιο, ως απάντηση σε ένα νομοσχέδιο, έτσι και οι μεγάλοι κρατικοί θεσμοί της τέχνης και οι πάμπλουτοι μαικήνες παρουσιάζουν πρωτοπορίες που σφύζουν κοινωνικού προβληματισμού. Το τέλειο άλλοθι για να πούμε, «μα να, γίνονται πράγματα, εδώ μπορείς να δεις και την άλλη άποψη».

    Μπορεί η ανάγνωση του Κεφαλαίου του Μαρξ στην Βενετία φέτος να είναι μια «αντίφαση» με το πάρτι της Ρολς Ρόυς και πράγματι στην ζωή υπάρχουν αντιφάσεις, αλλά τα έλλογα όντα (όσο τουλάχιστον εγώ καταλαβαίνω) όταν αντιλαμβάνονται αντιφάσεις δρουν με δυο τρόπους. Ή δουλεύουν προκειμένου να τις εξαλείψουν (το συνηθέστερο και υποθέτω καλύτερο) ή απλά τις προβάλουν σε μια προσπάθεια να νομιμοποιήσουν την «ιδιαιτερότητα» τους στο μυαλό των συνομιλητών τους, σε μια λογική «σε όποιον αρέσουμε». Το συνηθέστερο βέβαια στην απλή ζωή είναι ότι ο συνομιλητής θα πει, «οκ απλά δεν μου αρέσεις», εκτός αν είσαι πλούσιος και διάσημος οπότε από «γραφικός» μεταμορφώνεσαι σε «ιδιαίτερο» ή «εκκεντρικό».

    Στα μάτια μου λοιπόν είναι θαυμαστό ότι οι διοργανωτές είχαν πρόθεση να εστιάσουν στον ρόλο της τέχνης ως φορέα κοινωνικής αλλαγής, πολύ φοβάμαι όμως ότι η αλλαγή της κοινωνίας δεν θα έρθει από αυτούς που βασανίζονται από τις παραπάνω περιγραφόμενες αντιφάσεις, ούτε από αυτούς που έχουν την πολυτέλεια να τις βιώνουν. Υποθέτω θα έρθει από ανθρώπους που θα έχουν πολύ συγκεκριμένες ιδέες, ανάγκες και προβλήματα· κάπως – κάπου μακριά από όλα αυτά.

    Η διαδικασία λοιπόν δημιουργίας έργων τέχνης που έχουν διάθεση να πρωτοπορήσουν ή να κάνουν κοινωνική παρέμβαση είναι τρομερά δύσκολη. Ακόμα και όταν καταφέρνει να παραχθεί έξω από τα δίχτυα του διεθνούς εικαστικού jet set ή των μεγάλων φεστιβάλ όπως η θεατρική παράσταση που είδα και αφορούσε την αστική αποξένωση, νιώθεις ότι κάτι λείπει. Και αυτό που λείπει είναι το όραμα.

    Ξέρεις, τα περιθώρια για δημιουργία τέχνης ρηξικέλευθης και επιδραστικής, είναι τρομερά μικρά. Ο Μπρεχτ, ο Μπόις, η Πίνα Μπάους εισήγαγαν τα περισσότερα από τα εικαστικά – δραματουργικά εργαλεία που χρησιμοποιούμε σήμερα, αυτό όμως δεν είναι το μόνο που μας χωρίζει από αυτούς.

    Ο Μπρεχτ όπως και οι συντελεστές της παράστασης που είδα στον Πειραιά, χρησιμοποιούσαν κάποια κοινά εργαλεία και αυτό δεν έχει τίποτα το μεμπτό. Έτσι, το σοκ, το ανοίκειο, η διάθεση για να μην δοθεί μασημένη τροφή και λύσεις, η προσπάθεια ενεργής συμμετοχής των θεατών ώστε αυτοί να ωθηθούν σε αναστοχασμό καθώς και άλλα πολλά, είναι το όχημα των παραστάσεων. Ο Μπρεχτ όμως έχει μια μεγάλη διαφορά και αυτή δεν είναι η «διαφορά κλάσης» (αλίμονο αν καταδικάζαμε κάθε νέο δημιουργό επειδή «δεν φτάνει το επίπεδο» του προτύπου). Η διαφορά είναι ότι ο Μπρεχτ είχε όραμα. Ένα όραμα που απέρρεε από τις κοινωνικές συνθήκες. Από την άλλη στην παράσταση που είδα, βλέπεις πάνω – κάτω όλα τα μεγάλα πρόβλημα της σύγχρονης δημιουργίας. Ή θα μιλάμε για τέχνη ενταγμένη σε «θεσμικό πλαίσιο» άρα με μηδαμινό κοινωνικό αντίκτυπο ή για τέχνη που απλά θα περιγράφει με τρόπο «δημιουργικό» τις «σύγχρονες δυσλειτουργίες». Πράγμα που στην καλύτερη περίπτωση είναι κουραστικά αυτοαναφορικό και στην χειρότερη απλά «δημοσιογραφικό».

    Ο Μπρεχτ ήταν ένας άνθρωπος που πίστευε ότι ο καλλιτέχνης για να μπορεί να κάνει τέχνη που θα επηρεάζει, πρέπει να έχει μια συνέπεια ζωής και να έχει διαμορφώσει κοινωνική συνείδηση. Στον Μπρέχτ δεν υπάρχουν ούτε «αντιφάσεις» (δεν θυμάμαι να είχε χορηγό την Ρολς Ρόυς) ούτε αδιέξοδες κοινωνικές και υπαρξιακές κρίσεις. Όλο το έργο του, είναι μια «ενόχληση», μια προσπάθεια να αναλάβεις εσύ δράση. Ο Μπρεχτ δεν «αμφιταλαντευόταν». Στο μυαλό του η λύση υπήρχε και είναι αυτή που πρεσβεύουν και στην «Ανοικειώση». Το ότι είχε λοιπόν όραμα, ακόμα και αν αυτό σε κάποιους φαίνεται (όπως έλεγα στην αρχή) γραφικό, παρωχημένο, ανεδαφικό ή και επικίνδυνο είναι το στοιχείο (πέραν από το δημιουργικό του ταλέντο) που τον έκανε να υπερέχει από αυτό που βλέπουμε σήμερα από τους πολιτικολογούντες καλλιτέχνες.

    Να σου πω ότι είμαι οπαδός ή γνώστης του Μαρξισμού και του Λενινισμού, δεν θα το κάνω. Να σου πω ότι έχω συγκεκριμένο πολιτικό – κοινωνικό όραμα και ότι δεν «αμφιταλαντεύομαι» σαν τους διοργανωτές της μπιενάλε, ούτε αυτό θα κάνω. Αυτό όμως που επίσης δεν θα κάνω είναι, να παρουσιάσω έργο σε μεγάλη γκαλερί ή μουσείο που να περιγράφει το τέλμα του δυτικού πολιτισμού, να σχολιάζει την οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό. Όχι τουλάχιστον μέχρι να κατασταλάξω σε πολιτικό όραμα που θα μπορώ με θάρρος να προτείνω. Μέχρι τότε, θα κάνω έργο «με τα υπαρξιακά μου» και θα παρακολουθώ παραστάσεις σαν της Ανοικειώσης που μπορεί η θέση τους να μην είναι εξαιρετικά δημοφιλής αλλά είναι τίμιες απέναντι στον εαυτό τους και το κοινό.

    Υ.Γ.

    Το πάλε ποτέ, όταν ήμουν φοιτητής στη Σχόλη Καλών Τεχνών, η νονά μου ήρθε από την Ιταλία να με επισκεφτεί. Μου έφερε δώρο ένα μπλουζάκι που έγραφε στα ιταλικά, τα λόγια του Μπρεχτ που φαίνονται στη φωτογραφία. Ο Μάριος Σπηλιόπουλος, τότε καθηγητής μου εκεί, το βρήκε εξαιρετικό και πολύ ταιριαστό με τον χαρακτήρα μου! 🙂



    Αχ! Λες να;

    21.04.2015

    Δεν μπορεί, αυτή τη φορά κάτι θα γίνει. Ψηλαφίζοντας με κλειστά τα μάτια, αγγίζοντας κτερίσματα, φτιάχνοντας και όχι ψάχνοντας το φως, είναι στιγμές που νιώθω ότι πράγματι, αυτή τη φορά κάτι θα γίνει.

    Είναι η στιγμή που ο ζωγράφος σταματά να πηγαίνει συνέχεια σε εκθέσεις, ο σκηνοθέτης σε παραστάσεις και ο μουσικός σε συναυλίες. Είναι η στιγμή που ο καλλιτέχνης διαλέγει με ποιούς θα πάει και ποιούς θα αφήσει. Η στιγμή που όσο μπαίνεις βαθύτερα στην τέχνη, τόσο σπανιότερα μαγεύεσαι από αυτή.

    Δεν είναι πως είσαι σνομπ ή έχεις μεγάλες προσδοκίες, είναι που σε τρώει η αγωνία για τις μικρές λεπτομέρειες. Πηγαίνεις να απολαύσεις ένα έργο αλλά χάνεσαι στον αναστοχασμό. Πώς είναι ζωγραφισμένο αυτό; Γιατί είναι έτσι η σκηνογραφία, πως παίζει αυτός ο ηθοποιός, έχει κάποια ιδιαίτερη προσδοκία ο καλλιτέχνης; Αν αυτό γινόταν έτσι, αν το άλλο αλλιώς;

    Στην πραγματικότητα ο λόγος που τρώγεσαι με τα ρούχα σου είναι γιατί προσπαθείς να βρεις συνομιλητές, ανθρώπους με παρόμοιο όραμα. Μην ακούς μπούρδες για «μοναχικούς καλλιτέχνες». Κανείς δεν θέλει να είναι μόνος του. Όχι σε αυτή τη δουλειά, που στην πραγματικότητα ποτέ δεν την μαθαίνεις και η αγωνία για το «αν αυτό που λες αφορά», είναι το Α και το Ω. Χωρίς συνομιλητές είσαι μόνος και εκτεθειμένος. Ακόμα και όταν σε πιάνουν τα, «Αν αυτό γινόταν έτσι ή το άλλο αλλιώς» είναι γιατί η λαχτάρα είναι τόσο μεγάλη που ελπίζεις πως αν τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά θα έβρισκες συνοδοιπόρους σε αυτόν τον διαβολεμένα μοναχικό δρόμο.

    Και τότε συνήθως έρχεται η απογοήτευση. Τα «αν έτσι ή αλλιώς» δεν φτάνουν, δεν βλέπεις πουθενά όραμα, δεν βλέπεις συνομιλητές και κλείνεσαι. Παύεις να ασχολείσαι με εγκαίνια και πρεμιέρες και μένεις στο εργαστήριο, παλεύοντας με τα φαντάσματα των ειδώλων σου.

    Όμως είναι κάποιες στιγμές που κάτι συμβαίνει και λες,

    Αχ! Λες να;

    Πριν μερικές μέρες πήγα και είδα την παράσταση «Αχ!» της ομάδας “Bijoux de kant” στο Δημοτικό θέατρο του Πειραιά. Είχα ακούσει στο παρελθόν για την δουλειά της ομάδας αλλά και ειδικότερα για την ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη και τον σκηνοθέτη και εικαστικό Γιάννη Σκουρλέτη. Πήγα ελπίζοντας να δω κάτι καλό και πιστεύω ότι είδα κάτι σπουδαίο. Θα μπορούσα να μαγευτώ αυτή τη φορά είναι αλήθεια, αλλά η χαρά μου δεν με άφησε. Το έργο ήταν σκοτεινό και ρομαντικό αλλά ήταν φορές που κοιτώντας από το θεωρείο, χαμογελούσα σαν τον βλάκα. Δεν είναι ότι δεν με άγγιξε, το αντίθετο. Με άγγιξε τόσο, που ξεπέρασα την συγκίνηση που προκαλούσε ο μύθος και ένιωσα ότι ίσως αυτή τη φορά να υπάρχει κάποιος για να ανταλλάξω ένα βλέμμα. Πέρα από την αγωνία για την καθημερινή επιβίωση, υπάρχει η λαχτάρα για την αναζήτηση ταυτότητας. Προσμονή για την ανεύρεση του κοινού μας τόπου, για την συγκρότηση ενός καινούργιου συλλογικού εγώ. Για την στιγμή που θα σταματήσουμε να ταλαντευόμαστε, υιοθετώντας περσόνες· την μια φορώντας την μάσκα του φτωχού πλην περήφανου κληρονόμου του «ιστορικού παρελθόντος» και την άλλη ντυμένοι με φτηνό κουστούμι Ζάρα, παριστάνοντας τους “executive manager” ή τα «νόθα παιδιά του λονδρέζικου underground», μαϊμουδίζοντας και φτιάχνοντας έργα «εφάμιλλα των καλύτερων του εξωτερικού».

    Η κρίση βέβαια, δεν είναι ευκαιρία για τίποτα. Σου στερεί δυνατότητες, σε απομακρύνει από τα όνειρα, σε κάνει φοβισμένο και μικρόψυχο. Ίσως όμως έτσι, με καταρρακωμένο το φαντασιακό του παρελθόντος και χωρίς όνειρα για «καριέρα» να μπορέσουμε να βάλουμε τα πράγματα στις θέσεις που τους αναλογούν.

    Αυτό που είδα στο «Αχ!» με συγκίνησε και με χαροποίησε γιατί ένιωσα ότι αυτοί οι άνθρωποι ψάχνουν εκεί που ψάχνω κι εγώ. Αγκαλιάζουν με στοργή το παρελθόν, δεν το υμνούν σαν τοτέμ. Κάνουν τα πράγματα χρησιμοποιώντας μια εικαστική γλώσσα που αντλεί από το διεθνές, όχι γιατί θέλει να το αντιγράψει, αλλά γιατί με αυτό μεγαλώσαμε.

    Στο «Αχ» είδα τον Χρηστομάνο να συνομιλεί με τη Μπασδέκη, τον Σκουρλέτη να ρωτάει τον Josef Beuys και να του απαντούν ο Μόραλης και ο Τσαρούχης, είδα ηθοποιούς που μιλούσαν σαν λαϊκά παιδιά του προηγούμενου αιώνα και κινούνταν πάνω στην σκηνή σαν να τους παρακολουθούσε στα κρυφά η Pina Bausch. Και όλα αυτά όχι γιατί ήθελαν να μιμηθούν κάτι, αλλά γιατί (κατά τη δική μου τουλάχιστον εντύπωση) από αυτά τα «υλικά» είναι φτιαγμένοι.

    Δεν ξέρω, ίσως «φρικάρουν» οι συντελεστές της παράστασης αν διαβάσουν το παρακάτω, ίσως δεν τους αφορά καθόλου, αλλά νομίζω ότι τώρα είναι η ώρα να ψάξουμε για μια «νέα ελληνικότητα». Αυτόν τον «τρόπο» που θα έχει πηγή το εδώ αλλά θα ξέρει και θα βλέπει τι γίνεται παντού. Θα απευθύνεται «εδώ» και επειδή ακριβώς θα είναι τόσο τοπικός θα είναι και βαθύτατα οικουμενικός. Δεν ξέρω αν η γενιά μου θα προλάβει να συγκροτήσει μέσα στα ερείπια νέα ταυτότητα αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε. Ίσως η επόμενη γενιά να καταφέρει περισσότερα αλλά κι εμείς πρέπει να δώσουμε κάτι.

    Ίσως ακούγεται τρομερά υπερφίαλο, ίσως και μπανάλ να μιλάμε για «νέα ελληνικότητα», ίσως απλά το βάρος να είναι μεγάλο, αλλά διάολε, για αυτό είμαστε εδώ· για να αναμετρηθούμε με το σπουδαίο. Στην παράσταση λοιπόν αυτό είδα, αυτήν την υποχρέωση για πάλη.

    Ξέρεις,

    πριν από εμάς, ανά τους αιώνες, την πένα και το πινέλο το έπιασαν άνθρωποι σπουδαίοι, που με αυτά άλλαξαν τον κόσμο. Όταν λοιπόν βάζουμε τα χρώματα στην παλέτα και το μελάνι στο χαρτί πρέπει να το έχουμε στο νου μας αυτό. Αυτούς πρέπει να βλέπουμε και με το έργο τους να παλεύουμε, έστω κι αν χάσουμε κατά κράτος.

    Όποιος δεν μπορεί ή δεν θέλει, ας ασχοληθεί με κάτι άλλο.



    Το δράμα του διανοητή, που ερωτεύεται το κοινό που τον αγκάλιασε.

    15.11.2014

     

    Νομίζω πως τώρα τελευταία γράφω μόνο για πράγματα που με στεναχωρούν πολύ ή με θυμώνουν, υποθέτω ότι είναι κάτι σαν αντίδοτο. Βλέπεις έχω αρχίσει να συνηθίζω την κατάσταση των ανθρώπων που βλέπω γύρω μου. Η φτώχεια, η αγωνία, η στενοχώρια και η αδικία είναι πια μέρος του τοπίου.

    Και στενοχωριέμαι ακόμα περισσότερο όταν βλέπω ανθρώπους με κύρος και δημόσιο λόγο να προσπαθούν να με πείσουν «να πάω μπροστά» παραβλέποντας τα παραπάνω. Να προσπαθούν να με πείσουν ότι αυτό που ζούμε δεν είναι δα και τραγικό, ότι έχει ξανασυμβεί, ότι παλιά ήταν χειρότερα και ότι κάποιου είδους «ομαδική ενδοσκόπηση» θα φέρει κάποτε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και θα γίνουμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι.

    Για ακόμα μια φορά, θαυμαστές έννοιες όπως το μέτρο, η κριτική σκέψη ή ο αναστοχασμός· «εργαλεία» πανανθρώπινα και απαραίτητα για όλους (και για καθημερινή χρήση φυσικά), γίνονται σήμερα σημαία. Τώρα που είναι προφανές ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η κοινωνική αδικία, δείχνει περίεργο να λέγεται ότι θα πάμε μπροστά δίνοντας πρώτη προτεραιότητα σε ένα «μεσσιανικό όραμα αυτοβελτίωσης». Υποτιμώντας μάλιστα την κατάσταση που σήμερα βιώνει τουλάχιστον το ένα τρίτο των ανθρώπων που ζουν σε αυτόν τον τόπο.

    Λυπάμαι αλλά συνήθως οι εξαθλιωμένοι δεν παλεύουν για τίποτα, η επιβίωση είναι η πρώτη τους προτεραιότητα. Όταν δε, χρειαστεί να παλέψουν γι΄ αυτή μέσα σε ένα χυδαίο περιβάλλον, τόσο χειρότεροι γίνονται. Οι εξαθλιωμένοι δεν «διαλογίζονται», απλά προσπαθούν να τα φέρουν βόλτα με οποιοδήποτε τίμημα.

    Κανείς δεν αμφισβητεί τη χρησιμότητα της ενδοσκόπησης, της ευταξίας, της νομιμότητας, αλλά και της επαναστατικότητας απέναντι στην αδικία, της κοινωνικής πάλης, της απόδοσης ευθυνών ή ότι άλλο. Αν όμως για κάτι κρινόμαστε τούτες τις ώρες είναι για το ποιο από τα παραπάνω προτείνουμε ως κύριο, ποιο από τα παραπάνω είναι το βασικό μέλημα μας για να ξεκολλήσουμε από τον βούρκο.

    Και κάτι άλλο. Γιατί τόση απαξίωση για αυτό που κάποιοι από τους συμπολίτες μας περνούν σήμερα; Νομίζω ότι είναι μια απαξίωση που έχει τη ρίζα της σε μια βαθιά απόρριψη του είναι των συνανθρώπων μας. Ακούω τώρα τελευταία συχνά ότι «αν η προηγούμενες γενιές που πέρασαν πολέμους, ξεριζωμούς και φτώχεια άκουγαν εμάς σήμερα να μιλάμε για κρίση θα γελούσαν». Ποιοι θα γελούσαν; Αυτοί που πέρασαν τόσα πολλά, αυτοί που πάλεψαν μια ζωή για την αξιοπρέπεια τους, δούλεψαν, μόχθησαν για την οικογένεια τους και ένα σπίτι; Αυτοί θα έβλεπαν τα παιδιά τους να χάνουν το δικό τους σπίτι, τη δουλειά τους και την αξιοπρέπεια τους και θα γελούσαν; Θα «γελούσαν» βλέποντας ότι όλες οι θυσίες που έκαναν προκειμένου τα παιδιά και τα εγγόνια τους να έχουν μια αξιοπρεπή μόρφωση και ζωή κινδυνεύουν να πάνε στα σκουπίδια; Θα γελούσαν γιατί αυτοί πέρασαν χειρότερα; Αν το έκαναν θα ήταν αμετροεπείς, επαρμένοι και αναίσθητοι. Γιατί η γενιά μας μπορεί να μην είναι στη θέση τους, αλλά γι΄ αυτό ακριβώς πάλεψαν εκείνοι, για να μην ξαναγυρίσουμε εκεί.

    Και όλα αυτά από πνευματικούς ανθρώπους (και) με αριστερό παρελθόν (όσο νεφελώδης και γενικός μπορεί να θεωρηθεί αυτός ο χαρακτηρισμός). Ανθρώπους που απαξιώνουν τις όποιες διαμαρτυρίες, απορρίπτουν τις όποιες ριζοσπαστικές λύσεις προτείνονται και προκρίνουν ένα μοντέλο σιωπηλούς αποδοχής της κατάστασης και προσπάθειας να σωθεί «ότι μπορεί να σωθεί», αποδεχόμενοι την καταστροφή ως κάποιου είδους μοίρα που προκύπτει από τη συλλογική μας ανεπάρκεια. Άνθρωποι που ενώ υπηρέτησαν την (ουτοπική αν θες) έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, βλέπουν τη λύση σε μια κάστα ελίτ πλούσιων και επιτυχημένων, ευαίσθητων και φιλάνθρωπων, που φυσικά δεν θα αλλάξουν τις δομές που τους κατέστησαν ελίτ αλλά είναι διατεθειμένοι να κάνουν φιλανθρωπικό έργο για να σταθεί ο τόπος στα πόδια του. Κι ας έχει ήδη χάσει ο τόπος το ένα του πόδι.

    Έχεις ακούσει ότι η δουλειά του φιλόσοφου είναι μοναχική. Ακόμη όμως και ο ποιο μοναχικός από αυτούς, συνήθως ότι κάνει, το κάνει για να αφορά τους άλλους. Η αγάπη του κόσμου δεν είναι αμελητέα από κανέναν. Κάποιοι από αυτούς την κατακτούν, κάποιοι άλλοι όχι. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που κάποιος στοχεύει σε ένα κοινό αλλά προσελκύει κάποιο άλλο. Οι διανοητές συνήθως ξεκινούν με στόχο να ερμηνεύσουν ή να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα ανθρώπων απλών. Πολλοί από αυτούς είναι κληρονόμοι των ανθρώπων που τάχα θα γελούσαν σήμερα και προσπαθούν να απευθυνθούν σε ένα κοινό ανάλογο του περιβάλλοντος τους. Κάνουν έργο, αμφισβητούν τις υπάρχουσες δομές και πρωτοπορούν στον τομέα τους.

    Δυστυχώς όμως, η μοίρα της πρωτοπορίας είναι να αγκαλιάζεται πρώτα από αυτές τις δομές που προσπαθεί να αναθεωρήσει. Βλέπεις, αυτός είναι ο τρόπος των «δομών» να γαντζώνονται στις θέσεις τους. Να βρίσκουν και να αγκαλιάζουν ότι αξιόλογο (ή να «φτιάχνουν» αυτό που εκείνες βαφτίζουν ως αξιόλογο).

    Οι «απλοί άνθρωποι», σπάνια έχουν τέτοιες ανησυχίες. Κάποιοι από αυτούς, τους «καθημερινούς ανθρώπους», μπορεί να δουν μέσα σε κάποιο έργο ή κάποια σκέψη τον εαυτό τους, αλλά η μεγάλη αναγνώριση και η υποστήριξη έρχεται από τις ελίτ. Αλλιώς είναι σχεδόν αδύνατον το έργο να απευθυνθεί σε μεγάλη κλίμακα και ο δημιουργός να εισπράξει την αναγνώριση που κατά βάθος επιθυμεί.

    Τότε όμως είναι που έρχεται και η μεγάλη δραματική στροφή. Κάποιος που ξεκίνησε με σκοπό να συνομιλήσει να εκφράσει ή να ερμηνεύσει τον διπλανό του, την καταγωγή του και τα βιώματα του, γίνεται εκφραστής της ελίτ που τον αγκάλιασε. Εκεί βρίσκει κατανόηση, εκεί υποστήριξη εκεί τα μέσα (υλικά και ψυχολογικά) για να μπορεί να συνεχίσει.

    Τίποτα καινούριο, μας αρέσει ή όχι όλα αυτά είναι ανθρώπινα.

    Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα ένιωθα να ζω την εποχή του κυνισμού. Όταν ήμουν ποιο μικρός, ήταν «ο κυνισμός της ευημερίας». Ευημερία με κάθε κόστος από όποιον την μπορεί. Σήμερα ο κυνισμός της ευημερίας δεν είναι της μόδας αλλά επιβιώνει σε πιο «ευαίσθητη» μορφή. Τώρα έχει τη μορφή του οικονομικού μονόδρομου της εξαθλίωσης αλλά και της απαραίτητης, φυσικά, φιλανθρωπίας που έρχεται μετά για να «εξισορροπήσουν» τα πράγματα.

    Όταν λοιπόν έρχεσαι κατά πρόσωπο με τον κυνισμό έχεις δυο επιλογές. Η μια να πεις «τι να κάνουμε έτσι λειτουργεί το σύστημα θα ενσωματωθώ και θα προχωρήσω με ότι ελπίδες έχω να επιβιώσω» και η άλλη να πεις «Τι; Γιατί; Ως πότε; Θα κάνω ότι μπορώ ώστε να μην είμαι μέρος αυτής της ιστορίας».

    Μη γελιέσαι πάντως, στο παραπάνω δίλημμα οι περισσότεροι θα λιώσουμε στη μέση.

    Kalo kouragio.



    NEON Knights

    29.05.2014

    Ίδρυμα ΝΕΟΝ, ιδιωτική τέχνη, δημόσιος χώρος και εθελοντισμός.

    Ίδρυμα ΝΕΟΝ, ιδιωτική τέχνη, δημόσιος χώρος και εθελοντισμός.

    Τέχνη.

    Τις προάλλες βρέθηκα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Πρόκειται για έναν χώρο μαγικό, από αυτούς που δικαιώνουν κλισέ του τύπου «καλά κρυμμένα μυστικά στο κέντρο της Αθήνας». Επισκέφτηκα την έκθεση “A Thousand Doors” που συνδιοργανώνει ο οργανισμός ΝΕΟΝ του συλλέκτη και πρώην πρόεδρου του Σ.Ε.Β Δημήτρη Δασκαλόπουλου και η Whitechapel Gallery του Λονδίνου.

    Από τον πρόλογο του καταλόγου της έκθεσης είναι εμφανές ότι σκοπός του ΝΕΟΝ είναι να αγγίξει τη δημόσια σφαίρα, να βγάλει την τέχνη από τα μουσεία και να την εντάξει στον δημόσιο χώρο.

    Μια τέτοια επιδίωξη βέβαια έχει αμφίδρομα αποτελέσματα. Όταν μια ιδιωτική συλλογή εκτίθενται σε δημόσιο χώρο, συμβαίνει κάτι σχεδόν «μαγικό». Αρχικά η παραταθείσα τέχνη προβάλλεται και γίνεται «κοινό» των θεατών, σε δεύτερο χρόνο όμως οι θεατές -ακριβώς επειδή η θέαση γίνεται σε «δικό τους χώρο»-, «νομιμοποιούν» αυτά τα εκθέματα σαν έκφραση του κοινά αποδεκτού ορισμού της ίδιας της έννοιας «τέχνη». Έτσι, μια ιδιωτική συλλογή και μια ιδιωτική αισθητική γενικότερα αναβαπτίζεται σε κυρίαρχη ερμηνεία του όρου «τέχνη». Αν λοιπόν αυτή η ιδιωτική άποψη περί τέχνης επιβληθεί στον δημόσιο χώρο, η συλλογή μετατρέπεται σε κυρίαρχο ρεύμα και «μαθαίνει τον κόσμο» τι να αποκαλεί τέχνη.

    Αυτό, όπως και να έχει, θα βοηθήσει ώστε η συλλογή να κρατήσει την αξία της και στο μέλλον. Και δεν μιλάμε μόνο για κάποιο «οικονομικό διακύβευμα». Ίσως το οικονομικό να μην είναι το πρώτιστο. Αν κάποιος απλά ήθελε να κάνει μια επένδυση και να την προστατέψει, υπάρχουν άλλοι ασφαλέστεροι χώροι από την τέχνη. Το διακύβευμα είναι η υστεροφημία και η αίσθηση δύναμης που δίνει η δυνατότητα κάποιου, να ορίζει εαυτόν ως «διαμορφωτή των όρων του παιχνιδιού» και «γλύπτη του κοινωνικού – πολιτισμικού κεφαλαίου».

    Πόσο μάλλον όταν η παρουσίαση γίνεται σε χώρους όπως η Γενναδείος Βιβλιοθήκη ή ο Εθνικός Κήπος. Το οξύμωρο είναι ότι η συλλογή Δασκαλόπουλου έχει ως βάση τις σύγχρονες μορφές δημιουργίας, προσπαθεί να είναι στην ακμή της καλλιτεχνικής παραγωγής. Αυτή η τέχνη, αν μη τι άλλο, προσπαθεί να καταρρίψει τα στερεότυπα και να προβάλλει το παρόν και το μέλλον. Γιατί όμως επιλέχθηκαν ο πρώην «Βασιλικός Κήπος» και η Βιβλιοθήκη με τα βαριά ξύλινα έπιπλα τους κλασικούς κήπους και τους τοίχος που έσφυζαν από προσωπογραφίες του μυστακοφόρου Γεννάδειου; Γιατί όχι σε σύγχρονα δημόσια κτήρια, σε αστικές δυστοπίες σαν αυτές που συχνά τα έργα σύγχρονης τέχνης στηλιτεύουν ή σε ασχημάτιστες δημόσιες εκτάσεις που θα μπορούσε να πει κανείς ότι θα ήταν η πρώτη και καλύτερη ύλη για το υπό διαμόρφωση μέλλον; Δεν θα ήταν μια καλή ιδέα αυτού του είδους η τέχνη να ανθίσει εκεί από όπου οι δημιουργοί της άντλησαν έμπνευση;

    Θα ήταν. Kαι πράγματι τέτοιες εκθέσεις πολύ συχνά λαμβάνουν χώρα σε τέτοια μέρη, αλλά κάποιες φορές το διακύβευμα είναι διαφορετικό. Για να μπορέσει ένα ρεύμα να νομιμοποιηθεί ως κυρίαρχο πρέπει να ενταχθεί μέσα σε ένα ακαδημαϊκό πλαίσιο, σε χώρους που αποπνέουν την αίσθηση ότι αυτή είναι ήδη η κυρίαρχη άποψη. Έχει την ανάγκη να γίνει «θεσμός». Μόνο έτσι θα γίνει πλήρως αποδεκτή η ύπαρξη του.

    Είναι όμως αυτή η κυρίαρχη άποψη η όχι;

    Η απάντηση είναι σαφώς ναι. Αυτή είναι η κυρίαρχη άποψη για το «τι είναι τέχνη σήμερα». Αυτό όμως που αξίζει να αναρωτηθούμε είναι αν αυτή, «η κυρίαρχη άποψη» είναι και η δική μας άποψη. Αν «αυτή» έχει προέλθει από κάποιου είδους συλλογική συνείδηση ή αν σε κάθε περίπτωση εκφράζει κάποιου είδους συλλογική οπτική, προβληματισμό ή ότι άλλο χαρακτηρίζει την έννοια τέχνη. Δηλαδή, αν τελικά μας αφορά ή αν απλά το δεχόμαστε ως κάτι που απλά «είναι έτσι».

    Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να δει κανείς την έκθεση. Όπως συνήθως συμβαίνει στις ομαδικές εκθέσεις, έχει πολύ αξιόλογα έργα αλλά και πλήρως (κατά τη γνώμη μου) αδιάφορα. Από έργα που εκμεταλλεύονται πολύ καλά τα σύγχρονα μέσα και σε κάνουν να νιώθεις μοναδικά, έως έργα τραγικά αυτοαναφορικά, που σε αφήνουν τόσο παγερά αδιάφορο που σε αποκαρδιώνει.

    Εθελοντισμός.

    Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το “room service”. Με το που μπήκα στον χώρο, μια στρατιά νέων παιδιών με μπλουζάκια ΝΕΟΝ έσπευσε να με εξυπηρετήσει. Σε κάθε βήμα υπήρχε και κάποιος που με χαρά σου έδειχνε τον δρόμο και ήταν πρόθυμος να σου πει δυο λόγια για το έργο, πριν καν προλάβεις να το κοιτάξεις. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, στον κήπο της Βιβλιοθήκης υπήρχε ένας ξεναγός για κάθε έργο!

    Δεν ξέρω τι με έπιασε, αλλά κάποια στιγμή έσπασα όλα τα κοντέρ του «γραφικόμετρου», μίλησα σχεδόν με όλους, και αφού άκουγα τι είχαν να μου πουν άρχισα τις ερωτήσεις. Όχι για τα καλλιτεχνήματα, αλλά για τους ίδιους!

    Ξεκίνησα ρωτώντας τους τις απόψεις τους για τα έργα που παρουσιάζουν και η κουβέντα πήγε μέχρι την φιλοσοφία και το βιογραφικό τους.

    Διαπίστωσα ότι όλοι είναι άνθρωποι με σπουδές· με πτυχία στην φιλοσοφία, την ιστορία της τέχνης και την αρχαιολογία. Μου έκανε εντύπωση ότι ένα τόσο καλά καταρτισμένο προσωπικό, αναλωνόταν στο να περιμένει τον επόμενο επισκέπτη για να πει λίγες φράσεις για ένα ή δυο έργα. Μου φάνηκε μεγάλη σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού.

    Από την άλλη γιατί όχι, αφού αυτό το δυναμικό είναι «δωρεάν». Βλέπεις, ο οργανισμός ΝΕΟΝ δεν στοχεύει μόνο στο άνοιγμα της τέχνης στον δημόσιο χώρο, αλλά και στην πιστοποίηση ότι ο σκοπός που υπηρετεί είναι «κοινωφελής» και δικαιούται να αξιώνει την παροχή δωρεάν εργασίας.

    Από ότι μου είπαν οι ξεναγοί, τα βιογραφικά που στάλθηκαν στον Οργανισμό πρέπει να ήταν περί τα 150 και επιλέχθηκαν περίπου 60 νέοι και νέες. «Οι καλύτεροι θέλω να πιστεύω», όπως μου ανέφερε χαρακτηριστικά κάποιος. Όλο αυτό με την ελπίδα ότι αυτή η εμπειρία θα πλουτίσει το βιογραφικό τους σε μια ανύπαρκτη ομολογουμένως αγορά εργασίας.

    Θα το ξαναθυμίσω, ο οργανισμός ΝΕΟΝ δεν είναι ούτε κάποια εθνική εικαστική διοργάνωση, ούτε κάποιο δημόσιο μουσείο. Δεν είναι δηλαδή μέρος κάποιου «συλλογικού οράματος» που έχει την ανάγκη εθελοντικής εργασίας για να μπορέσει να συντηρηθεί. Είναι το όχημα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, που θεωρεί ότι η δική του ατζέντα για την τέχνη είναι αυταπόδεικτα σημαντική και κοινωνικά αποδεκτή. Τόσο αποδεκτή και σημαντική που δικαιούται να ζητά την αφιλοκερδή συνεισφορά νέων επαγγελματιών του χώρου, προκειμένου να επιμορφωθούν όσο το δυνατών περισσότερα μέλη της κοινωνίας μας.

    Προφανώς ο χειρισμός αυτού του θέματος με αυτόν το τρόπο από το ΝΕΟΝ δεν είναι ούτε καινούριος ούτε ελληνικός. Είναι μάλλον κάτι συνηθισμένο. Όπως συνηθισμένο είναι να παίρνουμε σαν δεδομένα κάποια πράγματα επειδή «έτσι είναι τα πράγματα».

    Στα δικά μου μάτια είναι τραγικό ένας μεγάλος οργανισμός όπως ο ΝΕΟΝ που επιχορηγεί το μουσείο σύγχρονης τέχνης, αγοράζει έργα και κάνει δράσεις εκατομμυρίων, να κοστολογεί στο μηδέν την εργασία νέων που δουλεύουν στην δική του διοργάνωση. Είναι τραγικό να αναγνωρίζεται κάποιου είδους «χρηματική υπεραξία» σε έργα τέχνης ή εργολαβικές υπηρεσίες αλλά καμία αντίστοιχη αξία στην δουλειά αυτών που «εξηγούν» τα έργα στο κοινό.

    Οι ξεναγοί μου, τα παιδιά που μίλησα για αρκετή ώρα, είχαν άψογη γνώση των πραγμάτων. Ήξεραν ακριβώς τι είναι τέχνη σήμερα, ήξεραν ακριβώς πως λειτουργεί το θέμα του «εθελοντισμού» όμως σπανίως έμπαιναν στην διαδικασία να αναρωτηθούν «γιατί είναι έτσι»; Όταν επέμενα στις ερωτήσεις, αναγνώριζαν ότι και στα δύο θέματα -προσδιορισμός της τέχνης και εθελοντισμός- υπάρχει μια ας το πούμε, «δυσλειτουργία».

    Εγώ λέω ότι τίποτα δεν είναι «έτσι» αν εμείς δεν το αποφασίσουμε.



    Στο παζάρι των ρακοσυλλεκτών.

    20.05.2014

    pazari 1

    Κάθε Κυριακή, κάπου στην Ιερά οδό, στο τεράστιο προαύλιο ενός εγκαταλελειμμένου κτηρίου γίνεται το παζάρι των ρακοσυλλεκτών. Εκεί θα βρεις πολλά παλιά κινητά αλλά οι άνθρωποι δεν βγάζουν selfie, ούτε πηγαίνουν για εξπρεσιονισμούς. Τους μαζεύει η ανάγκη και η ιδιοτροπία. Ατελείωτα χωράφια από σκουπίδια στοιβάζονται ψάχνοντας για πελάτες.

    Χιλιάδες πλακέτες ηλεκτρονικών ειδών, ρούχα για 50 λεπτά του ευρώ, γρατζουνισμένα ποτήρια, τρισάθλιες μεταχειρισμένες μπότες (που δεν πέφτουν ποτέ κάτω από 4 ευρώ), μέχρι ληγμένα (υποθέτω) κουτιά τυρί φέτα από το Lidl. Οι πωλητές είναι στην συντριπτική πλειοψηφία τους τσιγγάνοι και το παζάρι σχεδόν δεδομένο.

    pazari 2

    Πριν μερικούς μήνες πήγα να αγοράσω μια ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα για τις ανάγκες του «Πως Είναι Να Γυρνάς». Έκανα ένα γύρο, οι τιμές ξεκινούσαν από 20 ευρώ. Μου φάνηκαν πολλά, πήγα παρακάτω.

    Σε μια άκρη στεκόταν ένας νεαρός με τα μισά μου χρόνια και ανάμεσα στα άλλα είχε και μια βαλίτσα που μου φάνηκε ιδανική. Τον ρωτάω πόσο κάνει και μου απαντά 10 ευρώ. Ντράπηκα να παζαρέψω αλλά δεν ήθελα να δώσω τόσα χρήματα, απλά έγειρα το κεφάλι στο πλάι. «Κοίτα», μου απάντησε, «θα κάνουμε κάτι που θα βολεύει και τους δυο. 5 ευρώ, τι λες»; Χαμογέλασα και τα έδωσα. Πήρα την βαλίτσα, την έβαλα μπροστά στα πόδια μου και συνέχισα να χαζεύω την υπόλοιπη πραμάτεια του.

    Μετά από λίγο ένιωσα κάτι να γαντζώνεται στο παντελόνι μου. Κατεβάζω το βλέμμα και βλέπω ένα μικρό ρακένδυτο παιδί. Προφανώς ήταν ο γιός του νεαρού. Πιάνει την βαλίτσα που ήδη είχα αγοράσει και μου λέει, «θέλεις να πάρεις αυτήν την ωραία βαλίτσα; Μόνο 3 ευρώ»!

    Κάτι ψέλλισε στα ρομανί ο μπαμπάς, εγώ χαμογέλασα, του χάιδεψα το κεφάλι, πήρα την βαλίτσα και έφυγα.

    Τι αγόρασα άραγε εκείνη την Κυριακή; Μια βαλίτσα, ένα μικρό γεύμα, λίγα ψήγματα αξιοπρέπειας ή μια βουτιά στην πραγματικότητα;

    Όπως και να έχει έφυγα με ανάμεικτα συναισθήματα. 



    «Πως Είναι Να Γυρνάς» / Ο μεγάλος απολογισμός

    20.03.2014

    Φωτογραφία: Κώστας Μασσέρας

    Φωτογραφία: Κώστας Μασσέρας

     

    Έχω τόσα πολλά να πω. Υποθέτω όμως ότι αν δε βάλω ένα μέτρο δεν θα τελειώσω ποτέ!

    Την προηγούμενη βδομάδα πέρασα και «ξήλωσα» τα πράγματά μου από την «Φωκίωνος Νέγρη 16». Αυτές οι δυόμιση εβδομάδες της έκθεσης «Πως Είναι Να Γυρνάς», ήταν από τις καλύτερες της ζωής μου.

    Μετά την τελευταία performance βγάλαμε μια «οικογενειακή φωτογραφία» και ενώ είχα δει ότι δεν ήμασταν όλοι εκεί, συνειδητοποίησα ότι πάνω από 10 άτομα συνεισφέραμε για να πραγματοποιηθεί αυτή η τόσο απλή ιδέα. Με έπιασε δέος! Τόσοι άνθρωποι, σκέφτηκα, μοιραστήκαμε ένα προσωπικό όραμα, ένα μικρό όνειρο και το κάναμε μεγάλο. Δεν ξέρω, αυτό ίσως να είναι παραπάνω από αυτό που μου αξίζει!

     

    Φωτογραφία: Κώστας Μασσέρας

    Φωτογραφία: Κώστας Μασσέρας

     

    Ζήσαμε πολλά. Στην αρχή ήταν η αγωνία για το αν όλο αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί. Μετά ήρθε η έκπληξη! Είναι δυνατόν τόσοι άνθρωποι να πιστεύουν σε κάτι, να δουλεύουν τόσο πολύ, χωρίς κανένα ορατό κέρδος, μόνο και μόνο επειδή ένιωσαν ότι κάνουμε κάτι σημαντικό; Εγώ προσέγγισα κάθε έναν ξεχωριστά, ζητώντας τους το ελάχιστο για να λειτουργήσει το έργο και εκείνοι, όλοι, μου έδωσαν πολλά περισσότερα. Αν δεν ήταν ο Δημήτρης, ο Άκης, η Μαριλίζα, ο Τάσος, η Φανιώ, η Αθηνά, ο Βασίλης, ο Γιάννης, η Ελένη με τον (άλλο) Γιάννη, ο Κώστας και φυσικά ο οικοδεσπότης μας, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο.

    Τώρα όμως είναι ώρα να σκεφτώ το μετά. Δουλεύοντας τόσο καιρό με τους συνεργάτες μου, αυτό που είδα στα μάτια τους είναι η λαχτάρα για μια συνέχεια. Όλοι πιστεύουν ότι πρέπει να μην μείνουμε σε αυτήν την παρουσίαση. Θέλουν να βρούμε κι άλλους χώρους και να το ξαναδείξουμε. Μεγαλύτερους ίσως, που να υπόσχονται ακόμα μεγαλύτερη πρόσβαση σε περισσότερο κοινό και όχι μόνο εδώ, αλλά αν είναι δυνατόν ακόμα και στο εξωτερικό. Ξέροντας, βέβαια, πόσο δύσκολο είναι αυτό, δεν πετάω στα σύννεφα αλλά πιστεύω ότι χρέος μου είναι να προσπαθήσω για το καλύτερο.

    Ένα ευχαριστώ λοιπόν δεν λέει σχεδόν τίποτα, τους το είπα πολλές φορές και το εννοούσα κάθε φορά. Το ουσιαστικό ευχαριστώ θα είναι να μπορέσω να προσφέρω το επόμενο βήμα και να τους κάνω να νιώσουν ότι ο κόπος τους θα βρει την μεγαλύτερη δυνατή απήχηση.

    Όλο αυτό όμως δεν ήταν για εμάς, ήταν γι αυτούς που μας παρακολούθησαν.

     

    Φωτογραφία: Γιάννης Καρνεσιώτης

    Φωτογραφία: Γιάννης Καρνεσιώτης

     

    Πολύς κόσμος πέρασε από την «Φωκίωνος Νέγρη 16» εκείνες τις μέρες. Είδα ανθρώπους να κοιτούν με ενδιαφέρον, άλλους να μας προσεγγίζουν με κριτική διάθεση, άλλους με ελαφριά απορία και άλλους με πρόθεση να μάθουν περισσότερα. Είδα ανθρώπους που δεν έχουν επαφή με την σύγχρονη τέχνη να βουρκώνουν. Συγγενείς, φίλους και άγνωστους να τρώνε το γλυκό που πρόσφερε η Μαριλίζα και να ευφραίνονται, να πίνουν το ποτήρι με το νερό και να ξεδιψούν. Είδα φίλους να έρχονται ελαφρώς βαριεστημένοι (δεν ξεχνώ ότι μια πρόσκληση από φίλο ενέχει και ένα στοιχείο υποχρέωσης) και να φεύγουν λάμποντας. Σε όλους αυτούς, σε κάθε έναν ξεχωριστά, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι νιώθω απεριόριστη ευγνωμοσύνη.

    Κλείνοντας θα ήθελα να γράψω τα πως και τα γιατί που γέννησαν αυτό το έργο, αλλά αν ξεκινήσω τώρα δεν θα τελειώσω ούτε την δευτέρα παρουσία! Αντ’ αυτού απλά θα αντιγράψω την εισαγωγή που έγραψα για το ομότιτλο βιβλίο της έκθεσης, που κυκλοφορεί από της εκδώσεις (.poema..):

     

    "Πώς Είναι Να Γυρνάς: ένας πολυπρόσωπος νόστος". Εκδώσεις (.poema..)

    “Πώς Είναι Να Γυρνάς: ένας πολυπρόσωπος νόστος”. Εκδώσεις (.poema..)

    Σ’ αυτό το σπίτι το παλιό.

    Είναι η σκουριά, ξέρεις. Αυτή που μετατρέπει τη λαμαρίνα από γυαλιστερό στολίδι, «ασήμωμα αγιογραφίας», σε θλιβερό απομεινάρι του πολιτισμού. Τι ειρωνεία. Το λαμπερό πορτοκαλί της βρεγμένης σκουριάς είναι που κάνει το μέταλλο να πεθαίνει.

    Κανονικά θα έπρεπε η ζωγραφική να φτάνει. Στα χέρια κάποιων παλιών δασκάλων, έφτανε και περίσσευε. Ήθελα όμως κάτι ακόμα. Να χτίσω ένα «ναό». Ζωγραφική, ήχο, λόγο, πραγματικά αντικείμενα. Ήθελα και τον άνθρωπο. Μια φιγούρα που θα περιδιαβαίνει και θ’ ακουμπά τα πράγματα, θα μιλά με τον ήχο και θα μιλάει τον λόγο. 

    Μήπως εκεί, μέσα από το σώμα, «αυτό το σπίτι το παλιό», φανερωθεί η ζωή που περνά μπροστά απ’ τα μάτια όσων βλέπουν; Μια ευκαιρία ίσως. Για την επιστροφή, τον νόστο, την αρχή, πριν φτάσει η νέα αρχή του θανάτου.

    Το σπουδαίο, ακούμε, είναι να είμαστε σύγχρονοι. Πιστεύω πως σημασία έχει να γίνεις άχρονος. Τουλάχιστον να προσπαθείς.

    Ευχαριστώ για όλα, μα κυρίως για τις αναμνήσεις, θα τα ξαναπούμε.



    Πώς Είναι Να Γυρνάς

    12.02.2014

    Πώς Είναι Να Γυρνάς

    Πώς Είναι Να Γυρνάς

    «Φωκίωνος Νέγρη 16»

    Εγκαίνια:

    Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου στις 20:00 ακριβώς.

    Η πόρτα θα ανοίξει αυστηρά στις 20:00, με την έναρξη της περφόρμανς.

    Διάρκεια:

    19.2.2014 – 8.3.2014

    Αυτό είναι λοιπόν! Η ώρα έφτασε. Η έκθεση που τόσο καιρό είχα στο μυαλό μου, είναι τώρα.

    Η αρχική ιδέα ήταν για μια «ατομική έκθεση», αλλά έγινε κάτι πολύ περισσότερο.

    Αυτό που με έχει συγκινήσει πολύ είναι ότι μια προσωπική ιδέα έχει καταφέρει να γίνει συλλογικό όραμα! Για να γίνει αυτή η έκθεση έχουμε συνδημιουργήσει πολλοί!

    Φτιάξαμε ένα διαφορετικό εικαστικό έργο. Είναι ζωγραφική, εικαστική εγκατάσταση, λογοτεχνία, ηχητική-μουσική επέμβαση, θεατρικό δρώμενο και γίνεται σε ένα χώρο που συνήθως στεγάζει τα έργα ζωγραφικής ενός συλλέκτη έργων τέχνης. Συγκεκριμένα, θα παρουσιαστεί στην «Φωκίωνος Νέγρη 16», του συλλέκτη Σωτήρη Φέλιου (www.felioscollection.gr).

    Πρόκειται για ένα εγχείρημα που πραγματοποιείται με την εθελοντική συνδρομή των ανθρώπων που δουλεύουν σε αυτό. Από τον Σωτήρη Φέλιο που μας φιλοξενεί, τον συγγραφέα Δημήτρη Τανούδη που έγραψε ένα αφήγημα ειδικά για το εικαστικό έργο, τους ηθοποιούς Μαριλίζα Χρονέα και Τάσο Ράπτη που θα κάνουν την performance, τον μουσικό Άκη Μπογιατζή (των Sigmatropic) που συνθέτει ήχους και μουσική ειδικά για κάθε στιγμή του δρώμενου, μέχρι την Ελένη Γιώτη και τον Γιάννη Καραμήτρο που θα κάνουν κινηματογράφηση, τον Γιάννη Ξαρχάκο που μας έφτιαξε τα τρέιλερ, τον Κώστα Μασσέρα που θα απαθανατίσει τις στιγμές μας και τη Φανιώ Μιχαλοπούλου που «μας έχει κάθε μέρα στο κεφάλι της» και χειρίζεται την επικοινωνία, όλοι έχουν δώσει πολύ περισσότερα από αυτά που τους ζήτησα, χωρίς να προσδοκούν τίποτα. Όλοι, με την ελπίδα ότι αυτό που κάνουμε είναι κάτι ιδιαίτερο και σημαντικό.

    Ελπίζω ότι θα τα καταφέρουμε!

    Υ.Γ.

    Επισυνάπτω δύο συνδέσμους στο YouTube, καθώς και την σελίδα του χώρου, για να πάρετε μια ιδέα. Όλες τις λεπτομέρειες, ώρες, ημέρες κ.τ.λ. θα τις βρείτε εκεί.

    «Πατώντας εδώ, εμφανίζεται το μικρό τρέιλερ στο YouTube»

    «Πατώντας εδώ, εμφανίζεται το μεγάλο τρέιλερ στο YouTube»

    «Κι εδώ, η σελίδα της έκθεσης, στο site του χώρου»

     




© 2010 Κωνσταντίνος Κωστούρος, Designed by Digitalbox